Κοινοποιησεις

 

Στου χωριού τον καφενέ
τα παλικάρια παίζουνε
στα ζάρια
την κόρη του Νώντα του τρελού
έτσι όπως κάνουν
οι νοικοκυραίοι σ’ ετούτα
τα παιχνίδια
στ’ αστεία
εκείνος δίπλα βλέπει.
Κάθε που πάει κάτι για να πει
ο πιο μικρός
του γιομίζει το ποτήρι
κι εκείνος ησυχάζει.
«Έχει τα μάτια του λαφιού
η κόρη του Νώντα του τρελού
κι όλο άγρια κοιτάζει.»
«Έχει το στόμα της μαβί
όλο σάρκα το λάγνο στόμα
που υπόσχεται πολλά
και λέει λίγα.»
«Μα είν’ η κόρη μου»
φωνάζει
γεμίζει με καλή ρακή
ο πιο μικρός απ’ όλους
κάτω στο λάρυγγα
τ’ αδειάζει το ποτήρι
κι αμέσως ησυχάζει.
«Έχει μαστούς περίφημους
του Νώντα του τρελού
η θυγατέρα
σαν πορτοκάλια ζουμερά.»
«Μέση στενή
λεκάνη φαρδιά
και δυνατά καπούλια.»
«Ντροπής λόγια, παιδιά μου.»
κι άλλο πιοτό του βάζουνε
κι εκείνος ημερεύει
πέφτει το ζάρι ασσόδυο
«Δύο μπούτια έχει σφιχτά»
«Μαλλί μακρύ και πλούσιο»
«Φρύδι σαν το γεφύρι»
τεσσάρες φέρνει ο επόμενος
«Δεν είναι για τα μούτρα σας
η κόρη μου
δεν είναι για τα σάλια σας
ούτε για τα σιχαμερά σας
χέρια»
μονολογεί κι ευθύς
ξεθηλυκώνει.
Κρατάει στο ένα το μαχαίρι
στ’ άλλο του δίνουν τη ρακή.
«Θα πιεις τρελέ;
Θα πιεις;»
Κοιτάει το ένα το καλό
κοιτά και το ζερβό του.
«Έχει κοιλιά αλάβαστρο
κι όποιος εξάρες φέρει
θα την γλεντήσει ως το πρωί
την κόρη την αγνή.»
Σηκώνει ένας το ζάρι στο πλαδαρό του χέρι
ζέχνει καλοζωία
η σάπια του κοιλιά
πετάει μια
την τύχη παίζει και αυτός
της θυγατέρας.
«Θα πιεις λοιπόν, τρελέ;»
Καρφώνει ο Νώντας ο τρελός
τα μάτια στον χυδαίο
έπειτα βλέπει το καλό του
γεμάτο με λεπίδα
στο άλλο βλέπει
τη ρακή.
Βουρλίζεται ο Νώντας ο τρελός
τα μάτια κλείνει
«Σ Τ Ο    Δ Ι Α Ο Λ Ο !»
φωνάζει
ορμά με μιας
σαν το θεριό
κι αδειάζει το ποτήρι.
Το ζάρι φέρνει τις εξάρες
κερνάει την γύρα ο τυχερός.
Στον Νώντα τον τρελό
σερβίρουνε διπλή μερίδα.

Προηγούμενο άρθροANTIFA – Chasseurs De Skins
Επόμενο άρθροΓιάννης Ρίτσος | Άτιτλο
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Σε ηλικία έξι (6) ετών εντυπωσίασε γονείς και δασκάλους αναδομώντας πλήρως την νεοελληνική ορθογραφία και δημιουργώντας πληθώρα νέων λέξεων από ήδη υπάρχουσες όπως η λέξη «σπήτι» και το ρήμα «πέζο» . Η διεθνής λογοτεχνική κοινότητα τον χαρακτήρισε ως τον «μεγαλύτερο εν ζωή λογοπλάστη» Δεν αρκέστηκε όμως σ’ αυτό. Σε ηλικία 8 ετών κατάφερε να συντάξει έκθεση με θέμα «πως πέρασα το καλοκαίρι» και να περιγράψει σαράντα πέντε (45) μέρες παραθερισμού σε εννιά (9) μόνο σειρές, εκ των οποίων η τελευταία ήταν η εξής: «Τρίτη ήταν που το θάψαμε». Το κείμενο έδωσε νέα ώθηση στο ρεύμα του αφαιρετικού υπερρεαλισμού και συνεχιζει να εμπνέει ακόμα και σήμερα χιλιάδες συγγραφείς παγκοσμίως. Παρά τη φήμη του, μεγάλωσε σχεδόν νορμάλ, πέρασε από τα σύνορα της νεότητας σχεδόν ολοκληρωτικά, βιοπορίστηκε σε διάφορους τομείς σχεδον με επιτυχία και ερωτεύτηκε παράφορα (χωρίς σχεδόν). Ζει από επιλογή στον κόσμο τον δικό του αλλά δέχεται συχνά επισκέπτες. Που και που γράφει για ότι βρει ενδιαφέρον. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ό-Ντέι: Το φετίχ της καρδιάς» κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις ΟΞΥ. Το δεύτερο κυκλοφορεί στις 17/12/2018