Κοινοποιησεις

 

 

Ὅταν ἐκείνη ἡ φοβερή φωνή
πού κηρύσσει τό τέλος ἀκουστεῖ,
Μετρηθεῖτε!,-
ξεύρω καλά τί πρόκειται νά κάμεις.
Θά βγάλεις τά τεφτέρια σου, τά βιβλιάρια τραπέζης,
τούς μισθούς τόσων χρόνων, τά σπίτια πού ἔκτισες,
πίνακες ἀκριβούς πού δημοπράτησες,
κληρονομιές πού δέχτηκες
ἐταιρίες πού μοσχοπούλησες
Μά ἡ φωνή θά ἐπιμείνει
Μετρηθεῖτε!
Δέν μπορεῖ, κάτι ξέχασες…
Ά!, ναί, εἶχες καί κάτι κοσμήματα κρυμμένα
(γιά ὥρα ἀνάγκης)
λίγα ὁμόλογα ξεχασμένα σέ θυρίδες,
νά κι ἐκεῖνο τό κτηματάκι  στό χωριό…
Αὐτά εἶναι ὅλα, θά πεῖς
Ὅ, τι ἔχω, ἐδῶ το καταθέτω...

Καί βέβαια ἀπό τήν τόσο μεγάλη περιουσία,
πῶς νά θυμηθεῖς ἐκείνη τήν ἀσήμαντη τήν ρίζα
πού κάποτε σοῦ χάρισαν
καί τήν παράτησες στόν κῆπο ἀπότιστη,
νά παλεύει μ’ ἀνέμους, θύελλες κι ἀστροπελέκια,
πού ὅταν ἔγινε σακατεμένο ἀπό τήν δίψα δέντρο,
(καί κάθε βράδυ σφύριζε νά τό προσέξεις),
ἀδιάφορος προσπέρασες καί πάλι.

Ἐντούτοις,
ὑπάρχει μία πιθανότητα
(μία ἐλαχίστη πιθανότης)
ἡ φοβερή φωνή, ἡ στεντόρειος,
ἡ ἐσχάτη ἐπί τῶν ὤτων σου,
σημασία νά μή δώσει
στά μαλάματα πού ἔχεις ἀραδιάσει
Νά πεισμώσει,
νά ἐπιμείνει…

Μετρηθεῖτε! Μέ τά δ έ ν τ ρ α μετρηθεῖτε!-

Καί τότε, ποῦ καιρός γιά μετάνοιες,
τότε ποῦ καιρός νά ἐπιστρέψεις
καί τό δέντρο τῆς αὐλῆς σου νά ποτίσεις…

.

(Στράτος Κοντόπουλος: Επιλεγμένα. Τά νεανικά, Μέρος Πρῶτο)