Κοινοποιησεις

 

Αλλόκοτος υπήρξα και ως παιδί
πάνω στην ώρα της σφαγής
δεν θαύμασα τον ξακουστό Θησέα
μα τον φτωχό Μινώταυρο λυπόμουν
το μπάσταρδο παιδί ενός Θεού
που δεν γνώρισε πατέρα
που μάνα δεν στάθηκε στο πλευρό του
και πέρασε τα χρόνια του βουβός
μέσα σε απάνθρωπα σκοτάδια.
Με τον Ηρακλή
-φονιά γυναικών
υποτακτικό στις σάπιες αρχές
χαμένο κορμί
αισχύνη του γονιού του-
δεν τάχθηκα
μα με τον Γηρυόνη
τον δύσμορφο γελαδάρη
εξόριστος που ξόδευε ολόκληρη
αθανασία πέρα από τον Ωκεανό
στα όρια της Δύσης
χωρίς στιγμή να ενοχλεί
με την παραμόρφωση του κορμιού του
τους δειλούς, τους σκληρούς ανθρώπους.
Για τον Πολύφημο έκλαψα πικρά
όταν του χάλασε ο Οδυσσέας
το μοναδικό του μάτι.
Μόνος και τυφλός ανάμεσα σε ανθρώπους
που γύρευαν μόνο να αρπάξουν.
Τον βιαστή
αντροφονιά
χασάπη
Αχιλλέα δεν θαύμασα στιγμή
για το μένος
την σκληρότητα
και την επιθυμία του να μοιάζει των Θεών
-αυτή η τόση έπαρση βαθιά
με αηδιάζει-
μα έκλαψα πικρά για την Ανδρομάχη
τον Πρίαμο
τον Αστυάνακτα
που είδαν τον έρωτα να πεθαίνει
την ελπίδα να σέρνεται μπροστά στα τείχη
το πατρικό χάδι να σβήνει κάτω από
του εισβολέα τη λόγχη.
Δεν ήμουν ποτέ με τους ήρωες
μα με τα θύματά τους
τους παρίες
εκείνους που δεν άρεσαν στον κόσμο
τα πουσταριά
τους κουτσούς
τους τυφλούς
τους δύσμορφους
που έπεσαν στον Καιάδα
και τώρα ζουν στα όρια της ανοχής μας
μόνο και μόνο επειδή
δεν είναι πια καιρός για ήρωες
και τέλος πάντων
εξαθλιώθηκαν επαρκώς ώστε
να μην αποτελεί ο θάνατός τους
πράξη ηρωική
μα μία απλή και ευτυχής
καθημερινότητα.
Μία καθαρή νίκη της ανθρωπότητας
πάνω στην ανθρωπιά μας.

Προηγούμενο άρθροΑντωνίνη Σμυρίλλη | ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΩΡΑΩ ΣΤΟ JEAN ΜΟΥ
Επόμενο άρθροΣιντ Κόρμαν | ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΝΑ ΕΙΠΩΘΟΥΝ
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Σε ηλικία έξι (6) ετών εντυπωσίασε γονείς και δασκάλους αναδομώντας πλήρως την νεοελληνική ορθογραφία και δημιουργώντας πληθώρα νέων λέξεων από ήδη υπάρχουσες όπως η λέξη «σπήτι» και το ρήμα «πέζο» . Η διεθνής λογοτεχνική κοινότητα τον χαρακτήρισε ως τον «μεγαλύτερο εν ζωή λογοπλάστη» Δεν αρκέστηκε όμως σ’ αυτό. Σε ηλικία 8 ετών κατάφερε να συντάξει έκθεση με θέμα «πως πέρασα το καλοκαίρι» και να περιγράψει σαράντα πέντε (45) μέρες παραθερισμού σε εννιά (9) μόνο σειρές, εκ των οποίων η τελευταία ήταν η εξής: «Τρίτη ήταν που το θάψαμε». Το κείμενο έδωσε νέα ώθηση στο ρεύμα του αφαιρετικού υπερρεαλισμού και συνεχιζει να εμπνέει ακόμα και σήμερα χιλιάδες συγγραφείς παγκοσμίως. Παρά τη φήμη του, μεγάλωσε σχεδόν νορμάλ, πέρασε από τα σύνορα της νεότητας σχεδόν ολοκληρωτικά, βιοπορίστηκε σε διάφορους τομείς σχεδον με επιτυχία και ερωτεύτηκε παράφορα (χωρίς σχεδόν). Ζει από επιλογή στον κόσμο τον δικό του αλλά δέχεται συχνά επισκέπτες. Που και που γράφει για ότι βρει ενδιαφέρον. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ό-Ντέι: Το φετίχ της καρδιάς» κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις ΟΞΥ. Το δεύτερο κυκλοφορεί στις 17/12/2018