Κοινοποιησεις

κάθε Χριστούγεννα θυμάμαι
ένα μεθυσμένο τομάρι με μελανιασμένα δάχτυλα 
να πίνει καφέ στο τμήμα της Ομόνοιας
τον Μητσάρα να κατουράει το ρήμα βασανίζομαι
σ’ έναν τοίχο της Πατησίων κ’ ύστερα να εξαφανίζεται
ανάμεσα σε τρικολόρε φορέματα και ηλίθιες στέκες με κέρατα
ένα αριστερό μάτι να την γλυτώνει με τρία ράμματα 
ένα τελευταίο δαχτυλίδι ν’ αποχαιρετάει χαλάσματα
και την Βέρα να ρωτάει την μάνα της πόσα χάπια κατάπιε

κάθε Χριστούγεννα σκέφτομαι
εκείνα της ισοπαλίας του Στεριάδη
την πρωτοχρονιά του Λάγιου
το μαχαίρι του Χιόνη
τον Staggolee να πυροβολεί τον Billy Lyons
φορώντας το καπελάκι του στραβά
τον Rowland S. Howard σκυμμένο να γελάει στο συκώτι του
ζητώντας τσιγάρο από τις νοσοκόμες
τον Vic Chesnutt να κυλάει τελευταία φορά το καροτσάκι του
τραβώντας με μανία το παντελόνι του
και τον Ρόμπερτ Βάλζερ σ’ έναν τελευταίο περίπατο στο χιόνι
για να φύγει ακριβώς όπως έγραψε

κάθε Χριστούγεννα μετράω ουλές
πενηνταράκια σε τζουκ μποξ
μεσημέρια που χόρεψα σε μπαρ 
σαν την αρκούδα που της βαράς το ντέφι
κι εκείνη σακατεύει το κορμί
άρρωστες μέρες και κακότυχες μνήμες
ξέφωτα πνιγμένα με μόνιμα κανάλια
μαϊμούδες και κοράκια
γέλια ηλίθια
πρόνοιες καρκινωμένες 
τρόμους από παιδιά φευγάτα
να ψάχνουν συρτάρια δευτέρα πρωί
με τον σταυρό ανάμεσα σε σώβρακα
και νύχια από γουρούνια

κάθε Χριστούγεννα βλέπω την ίδια τρώγλη
φαμίλιες να μπουκώνουνε σιωπές 
τρικούβερτες μαχαιριές από το παρελθόν
πανηγυρικά θέματα για φόνους
τρίγωνα κάλαντα μέσα στα μηνίγγια
παραμονές να χωνεύουν τους νεκρούς
κι ένα ποτήρι στην άκρη της γωνιάς 
να τα τσουγκρίζει λέγοντας
πως κάπου εδώ αρχίζουμε
και κάπου δεν θα φτάσει