Κοινοποιησεις

Χαμηλά την ακτή ψαλιδίσαν οι κόλποι,
πανιά πολλά στ’ ανοιχτά αρμενίζαν
κι εγώ στέγνωνα τ’ αλμυρά μου μαλλιά
σε βράχο πλατύ, από τη στεριά ένα μίλι.
Ένα πράσινο ψάρι γλιστρούσε σε μένα,
ένας άσπρος γλάρος σε μένα πετούσε
κι ήμουνα τολμηρή και χαρούμενη, ήμουν αγρίμι
και διόλου δεν ήξερα πως αυτό είναι ευτυχία.
Το κίτρινο φουστάνι μου έθαβα στην άμμο,
μην το πάρει ο αέρας, μην το κλέψει ο αλήτης
και στη θάλασσα ανοιγόμουν και ξάπλωνα
στα ζεστά σκοτεινά κύματά της.
Όταν γύριζα αναβόσβηνε κι όλας
από τα ανατολικά το φως του φάρου
κι ο καλόγερος στης Χερσονήσου την πύλη
με ρωτούσε: “Πού γυρνάς μες στη νύχτα;”.
Ένοιωθα το νερό κι οι γείτονες το ξέραν
κι όταν άνοιγαν καινούργιο πηγάδι
με καλούσαν να βρω το μέρος
και δεν πήγαινε ο κόπος τους χαμένος.
Όπως άλλοι μαζεύουν μανιτάρια ή μούρα,
μάζευα εγώ σφαίρες των Γάλλων
κι έφερνα σπίτι μες στην ποδιά μου
θραύσματα σκουριασμένα από βαριές οβίδες.
Κι έλεγα με θυμό στην αδερφή μου:
“Όταν θα γίνω τσαρίνα,
έξι θωρηκτά θα φτιάξω
κι έξι κανονιοφόρους,
για να φρουρούν τις ακτές μου
από δω ως τ’ ακρωτήρι”.
Και τη νύχτα μπροστά στο κρεβάτι
στη σκοτεινή προσευχόμουν εικόνα
τις κερασιές να μην χτυπήσει χαλάζι,
ένα ψάρι μεγάλο να πέσει στα δίχτυα
κι ο πονηρός αλήτης να μην προσέξει
το κίτρινό μου φουστάνι.