Κοινοποιησεις

Στη «Φιλοσοφία του Μπουντουάρ»  βρίσκουμε το όραμα ενός ανθρώπου που ήταν μπροστά από την εποχή του.

Στη «Φιλοσοφία του Μπουντουάρ» βρίσκουμε το όραμα ενός ανθρώπου που ήταν μπροστά από την εποχή του.
Βάζοντας τη σεξουαλικότητα στο κέντρο της ανθρώπινης ζωής, θεωρεί ότι ο άνθρωπος πρέπει να απαλλαχθεί από κάθε ψεύτικο περιορισμό που έχει επιβληθεί στη σεξουαλική συμπεριφορά.
Πολύ πριν τον Φρόυντ, μιλά για κάτι που είναι πολύ κοντά στην έννοια του υποσυνείδητου.
Πολύ πριν τον Όσκαρ Ουάιλντ, μιλά για την ομοφυλοφιλία ως κανονική συμπεριφορά και όχι παρεκτροπή.
Η τόλμη του απέναντι στη θρησκεία, την κοινωνία και τα ήθη, ήταν πολύ πέρα από τα δεδομένα της εποχής.

Στα διαλείμματα των αχαλίνωτων σεξουαλικών πράξεών τους, ο Ντολμανσέ και η κυρία Ντε Σεντ-Ανζ,  διδάσκουν την Ευγενία, ότι κάθε ηδονή είναι σωστή, καθώς η φύση του ανθρώπου είναι τέτοια που να επιζητά την ηδονή (από το σεξ μέχρι τον φόνο).
Ο άνθρωπος, θα πρέπει ν’ απελευθερωθεί από τα δεσμά των ψεύτικων προκαταλήψεων και να κυνηγάει διαρκώς την ηδονή.

Ο Ντε Σαντ – γράφοντας το 1795, στη μέση της Γαλλικής Επανάστασης (1789-1799)- καλεί τους συμπατριώτες του που ξεσηκώθηκαν κατά των ηγεμόνων και των πλουσίων, να κάνουν και τα επόμενα βήματα για να ν’ απαλλαγούν από τη θρησκεία και τον γάμο, ν’ αλλάξουν τα χριστιανικά ήθη («κανένα είδος λαγνείας δεν ήταν υπό διωγμό στην Αθήνα ή την Σπάρτη»), όλες οι γυναίκες να υποτάσσονται στα καπρίτσια όλων των ανδρών «γιατί είναι βέβαιο πως, στη φυσική τους κατάσταση, οι γυναίκες απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα των λοιπών θηλυκών ζώων και ανήκουν, ομοίως και ανεξαιρέτως, σε όλα τα αρσενικά».
Υπερασπίζεται το καθολικό δικαίωμα στην ιδιοκτησία (που η Γαλλική Επανάσταση έχει μόλις καθιερώσει), αλλά είναι και υπέρ της κλοπής, γιατί η κλοπή υπάρχει στη φύση.
Είναι κατά της θανατικής καταδίκης που τότε ήταν συνηθέστατη ποινή.

Το τέλος του βιβλίου θα βρει την Ευγενία, μαζί με τους συνεργούς της, να τιμωρούν βίαια τη μητέρα της, γιατί δεν άφηνε την κόρη της να παραδοθεί στην ηδονή.

” Η αντικαταστάτρια της Ευγενίας ήταν η Λουσίλ, συνέχισε η Ντυκλό.
Πήρε τη θέση της στην καρδιά μου και στο κρεβάτι μου, αλλά όχι και στις άλλες δραστηριότητες του σπιτιού, γιατί της έλειπαν το φρόνιμο ήθος και η υποτακτικότητα. Όπως και να ‘ναι ωστόσο, στα χέρια της εμπιστεύτηκα σε λίγες ημέρες τον ηγούμενο των Βενεδικτίνων, που ερχόταν να μ’ επισκεφτεί από καιρό σε καιρό και που τον διασκέδαζε συνήθως η Ευγενία.
Ο άγιος αυτός πατέρας, αφού έκανε γλειφομούνι για κάμποση ώρα και βύζαινε για καλά το στόμα του κοριτσιού, το έβαζε να του μαστιγώνει ελαφριά τον πούτσο και τα αρχίδια με κάτι λεπτές βέργες και εκσπερμάτωνε χωρίς να μαλακίζεται, αρκούμενος απλώς στο άγγιγμα και στην τριβή που έκαναν οι βέργες πάνω σ’ αυτά τα όργανα.
Η μεγαλύτερη ηδονή του τότε ήταν να βλέπει το κορίτσι να τινάζει στον αέρα με τις βέργες του τις σταγόνες του σπέρματος που έβγαινε από την ψωλή του.
Ο δούκας, που είχε ανάψει παρακολουθώντας το θέαμα, άρπαξε την Αυγουστίνα και βάλθηκε να της γλείφει την κλειτορίδα, με αποτέλεσμα να την κάνει να χύσει δυο-τρεις φορές, πράγμα που η μικρή εκείνη κατεργάρα, γεμάτη φλόγα και καυλιάρα όπως ήταν, το πέτυχε μέσα σε λίγα λεπτά.
Την ώρα που ο δούκας βεβήλωνε μ’ αυτόν τον τρόπο την Αυγουστίνα, δεν υπήρχε πιο ευχάριστο θέαμα από το να βλέπεις τον Ντυρσέ να δρέπει τα προϊόντα της απόλαυσης που προκαλούσε κάποιος άλλος, φιλώντας αχόρταγα το στόμα αυτής της όμορφης παιδούλας και καταπίνοντας, ούτως ειπείν, την ηδονή που ο φίλος του διοχέτευε μέσα στις αισθήσεις της. ”