Κοινοποιησεις
Ήσουν όμορφος.
Δεν σου το είπα ποτέ.
Γι’ αυτό τα δάχτυλά μου σκάλωναν στα φρύδια 
και τις σχισμές των ματιών σου.
Ήθελα να σε κλείσω στις χούφτες μου
και να σε φυλάξω στο στήθος μου.
Ποτέ δεν έφτανε να σε κοιτάζω.
Ήσουν τόσο όμορφος.
Κανείς δε σε είδε από γωνίες που σε είδα.
Ούτε εκείνοι που σε βλέπουν κάθε μέρα.
Κι εγώ, μέσα σε μικρά κουτιά,
σε μοτίβα χρόνου, έκλεβα στοιχεία
από το πρόσωπό σου, γιατί τό’ ξερα
πως θα σε χάσω. 
Κι όταν σε θυμάμαι πονώ. 
Αν είμαι όρθια και το σκεφτώ, ζαλίζομαι. 
Μουδιάζουνε τα γόνατα και τα καλάμια μου,
και το στομάχι γίνεται μεμβράνη με οξύ,
η ανάσα μου λεπτή και κόβει σα ξυράφι
και το κεφάλι μου βαρύ από τύψεις. 
Τύψεις που σε άφησα.
Χωρίς να πέσω λίγο ακόμα. 
Λίγο ακόμα να τσαλακώσω τα όριά μου.
Λίγο ακόμα να ξεπεράσω την υπομονή μου,
να ξεπεράσω τα νεύρα μου,
να πέσω στο πάτωμα,
να ξαπλώσω δίπλα στο τίποτα,
να κάνω κάτι. 
Να σου πω, φύγε 
και να σε κρατήσω
την τελευταία στιγμή.