Κοινοποιησεις

Είναι άδικο να πεθαίνεις αφηρημένος.
Να μην σε σώζουνε τα μάτια σου, ούτε και τα φανάρια
και να ξοδεύεις άσκοπα και ρεύμα και νερό,
γιατί ξεχνάς τη βρύση ανοιχτή,
το μάτι της κουζίνας αναμμένο,
χάνεις τις ώρες, ραντεβού και τον ειρμό σου
και γίνεται η σκέψη σου φύλο ξερό,
το παίρνει ο αέρας, το εγκλωβίζει
σε πόρτες μαγκωμένες, σε ανάγκες
που κάποτε πιστέψαμε πως βρήκαμε,
μα κοίτα, τώρα που στο δρόμο
αφηρημένη πάω και χαζεύω,
οι οδηγοί τρομάζουνε, με βρίζουν,
κι εγώ μετά από ώρα το καταλαβαίνω.

Αφηρημάδα.

Αφηρημάδα κρυφή θλίψη.
Εισιτήρια της επόμενης βδομάδας,
κολλημένα στο τζάμι του λεωφορείου.