Κοινοποιησεις

Βρήκα τον πατέρα μου να καπνίζει στον Σιωπηλό λόφο. Έτσι το έλεγαν το μέρος που βρισκόταν το παλιό νοσοκομείο. Τώρα πια ήταν σχεδόν ερείπιο. Οι μεγάλες πόρτες έχασκαν ανοιχτές. Οι διάδρομοι γεμάτοι γκράφιτι, σκουπίδια από νοσοκομειακό υλικό, χαρτόκουτα μουχλιασμένα, σκουριασμένα φορεία και αναπηρικά καρότσια. Μετά την φωτιά το μισό κτήριο είχε καταστραφεί λόγω κατάρρευσης του ισογείου. Κάποτε ζούσε κι ένας άστεγος μέσα.
Όταν τον πλησίασα είδα ότι έμοιαζε πολύ γερασμένος. Χαμογελούσε σχεδόν παρανοϊκά καθισμένος στα σκαλιά, κοιτάζοντας το κενό. Ένιωσα αβέβαιος, όμως συνέχισα να τον πλησιάζω.
“Μην τολμήσεις να με αγγίξεις.”, είπε κοφτά.
“Τελείωσαν όλα.”, κατόρθωσα να πω.
“Έτσι λες;”, πετάχτηκε όρθιος μιλώντας μέσα από τα δόντια του υποτιμητικά.
“Σε λίγη ώρα θα σε έχουν οδηγήσει στην αίθουσα ανάκρισης. Έχουν όλα τα στοιχεία που χρειάζονται για την προφυλάκιση σου.”
“Δεν είσαι γιος μου, εσύ.”, ψέλλισε με οργή.
”Δυστυχώς είμαι.”, είπα ενώ οι αστυνομικές σειρήνες ακούγονταν να πλησιάζουν.
Είδα αποφασιστικότητα στο βλέμμα του. Άρχισα να απομακρύνομαι.
“Όλοι αυτοί οι άντρες. Είχαν οικογένειες όπως εσύ. Είχαν πατεράδες να τους κοιτούν όπως εσύ. Το καταλαβαίνεις αυτό;”
“Έπρεπε να το είχα καταλάβει.”, είπε περπατώντας προς το μέρος μου. Οι αστυνομικοί με λίγους πράκτορες μας είχαν σχεδόν περικυκλώσει.
“Σας παρακαλώ! Θα παραδοθεί!”, φώναξα σηκώνοντας τα χέρια μου.
“ΤΕΡΑΣ!!!”, βρυχήθηκε αρχίζοντας να πυροβολεί προς την κατεύθυνσή μου. Άκουσα κι άλλες σφαίρες να σκίζουν τον αέρα και κάποιον να με τραβά και μερικά καψίματα στα γόνατα μου. Έπεσα στο χώμα και ένιωσα σουβλερούς πόνους να μου παραλύουν τα πόδια. Κοίταξα κι είδα τον πατέρα μου να σέρνεται αιμόφυρτος προς το μέρος μου με το άσφαιρο πια όπλο του στο χέρι.
Ο πράκτορας κάλεσε ασθενοφόρο και οι αστυνομικοί τον αφόπλισαν. Με κοίταξε με κατακόκκινα μάτια λίγο πριν πεθάνει με το ίδιο υποτιμητικό βλέμμα που με κοιτούσε μια ζωή. Με το ίδιο βλέμμα που έβλεπα σε όλους εκείνους τους άντρες. Του χαμογέλασα αυτάρεσκα και ένιωσα την ανεπάρκεια και την αδυναμία του να κοχλάζουν μέσα στο αίμα που έβγαινε από το στόμα του λίγο πριν ξεψυχήσει.
Το ασθενοφόρο μου πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες. Τα πτώματα είχαν πια βρεθεί κάτω από το τσιμεντένιο πάτωμα του υπογείου του πατρικού μου, έπειτα από τις γραπτές υποδείξεις του ημερολογίου που υποδείκνυαν ως συγγραφέα τον πατέρα μου. Έδωσα κατάθεση στους αστυνομικούς μετά το πολύωρο χειρουργείο στα πόδια μου και παίρνοντας ηρεμιστικά από την νοσοκόμα, κοιμήθηκα γαλήνια.