Κοινοποιησεις

Ο Τάσος κοίταξε το κινητό του για εκατομμυριοστή φορά στη δουλειά. Ένιωθε τα λεπτά να κυλούν πιο αργά και από μποτιλιάρισμα σε έξοδο τριήμερου. Δεν ήταν μυστικός πράκτορας. Πόσες φορές είχε ονειρευτεί ότι κέρδιζε το τζόκερ, έμπαινε ντυμένος με κοστούμι, στο ένα χέρι μαλλί της γριάς και στο άλλο μονοδόλαρα. Να τα πετάει στον αέρα σαν κομφετί και να αφήνει στο γραφείο της διευθύντριας την επιστολή απόλυσής τους (σιγά μην τους έγραφε ότι παραιτείται) και μετά θα έφευγε με ένα άλογο καλπάζοντας, αφού φυσικά το άλογο αφόδευε μέσα στην είσοδο της τράπεζας στην οποία δούλευε. Φυσικά η ζωή δεν είναι ποτέ τόσο ευχάριστα ανατρεπτική.
Χρόνια εκεί μέσα. Νιώθοντας σα βουβό καρτούν. Να εξυπηρετεί γέροντες που ξεχνούσαν κωδικούς, βιβλιάρια, κάρτες. Που τον κατηγορούσαν για τις πολιτικές της τράπεζας, λες και ήταν δική του, αλλά το κρατούσε μυστικό ξέρω ‘γω. Τους συνάδελφους που ως κλίκα ξυσίματος όρχεων και κλειτορίδας, του πάσαραν την περισσότερη γραφειοκρατία στο τέλος του ταμείου, επειδή εκείνος ήταν σχολαστικός. Θυμόταν ακόμη πόσες επιπλέον ώρες χρειάστηκε να παραμείνει μέχρι να τακτοποιήσει το χάος της συναδέλφου που τον είχε καλύψει σε αναρρωτική του άδεια. Πόσες φορές είχε προσπαθήσει να προσεγγίσει συναδέλφους σε διαλείμματα, αλλά η νοοτροπία τους ως δημόσιοι υπάλληλοι και κενοί από ανθρώπινη συμπεριφορά, τον ανάγκασε να διατηρεί καθαρά τυπική επαφή, ακόμη και ξεκάθαρη αποφυγή της.
Μόνος. Κενός. Σαν κέλυφος που πληκτρολογούσε κωδικούς, νούμερα και σφράγιζε τυπωμένα αντίγραφα. Μετρούσε χαρτονομίσματα που στο σύνολό τους ήταν χρήματα που δε θα έβγαζε ούτε σε δύο ζωές. Χρήματα που έβλεπε μπροστά του και δε σήμαιναν τίποτα. Χαρτιά, που ευχαρίστως θα έκαιγε μαζί με το περιεχόμενο και το προσωπικό της τράπεζας.
Ξύπνησε το πρωί και ένιωσε παραδόξως χαρούμενος. Όσο χάλια κι αν ήταν μια μέρα, το ότι ήταν Παρασκευή κι ακολουθούσε τριήμερο του έδινε κουράγιο. Η μέρα ξεκίνησε σχετικά καλά. Πήρε έναν καφέ από το απέναντι καφέ, τον οποίο για πρώτη φορά τον είχαν πετύχει με τη σωστή δόση ζάχαρης. Δηλαδή με ολίγη. Άρχισε να χαίρεται ότι δε θα ήταν και τόσο άσχημη η τελευταία μέρα της εβδομάδας. Ουρά από συνταξιούχους για να εισπράξουν την σύνταξη, με ατέλειωτα παράπονα. Όλοι είχαν λογαριασμούς που έληγαν Δευτέρα και εκείνος με περίσσεια υπομονή τους εξηγούσε ότι έπρεπε να τους πληρώσουν σήμερα, επειδή ακολουθούσε αργία λόγω Καθαράς Δευτέρας και μετά θα έπρεπε να πάνε στην αρμόδια δημόσια υπηρεσία. Χαμός οι γέροι και οι γριές μέσα στα νεύρα: «Είναι νωρίς.», «Θα έρθω δυο μέρες μετά δε χάλασε ο κόσμος.» Κι άντε να εξηγεί το πώς και το γιατί.
Η διάθεση του είχε πια χαλάσει. Κάποια στιγμή εντελώς μηχανικά κοιτάζει το αποδεικτικό χαρτί. Έξι Μαρτίου. Κάτσε, ρε φίλε, τι έξι Μαρτίου. Καθαρά Δευτέρα έχουμε στις έντεκα. Κοιτάζει με χέρια τρεμάμενα το κινητό του. Τετάρτη έξι Μαρτίου με ξεκάθαρα γράμματα στη φωτεινή οθόνη. Κάτι έκανε κλικ μέσα του. Νόμισε ότι άκουσε πουλάκια να κελαηδούν. Ένιωσε τα σωθικά του να μουδιάζουν. Ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Επειδή έπρεπε να ήταν Παρασκευή. Επειδή δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα. Ήθελε να φύγει. ΝΑ ΦΥΓΕΙ. Άκουσε μια φωνή μέσα του να τον ρωτά:
«Γιατί δε φεύγεις λοιπόν;»
«Έτσι απλά;»
«Με στυλ, χρυσό μου! Πάντα με στυλ!»
Σηκώθηκε όρθιος. Πήρε τη μικρή τσάντα του. Έβαλε μέσα το κινητό του.
«Τώρα θα πας στο νοσοκομείο. Θα τους πεις ακριβώς τι έκανες και θα τους αφήσεις να σε ηρεμήσουν και καλά. Μετά θα τους κάνεις καταγγελία για ψυχική οδύνη και θα διαρρεύσεις τα email των συναδέλφων που ζητούν προσωπικές χάρες από τη διευθύντρια.», συνέχισε η φωνή να τον κατευθύνει.
Ξεκίνησε να οδηγεί κι άκουσε χαμογελώντας το αγαπημένο του τραγούδι στο ραδιόφωνο. Συνέχισε μέχρι το νοσοκομείο τραγουδώντας το.
«Υπάλληλος της τράπεζας …. προκάλεσε χάος στο κεντρικό υποκατάστημα της πόλης, αδειάζοντας στους πελάτες το περιεχόμενο πυροσβεστήρα. Έπειτα πέταξε τον πρώτο πάνω στους πελάτες, όπου στην πλειοψηφία τους ήταν ηλικιωμένοι, τον δεύτερο στη διευθύντρια του καταστήματος και τον τρίτο στην πόρτα ασφαλείας. Ψύχραιμος ο υπάλληλος βγήκε μέσα από τη θρυμματισμένη πόρτα,  χρησιμοποίησε το όχημα του και φτάνοντας στο …. Νοσοκομείο κάλεσε τον δικηγόρο του σχηματίζοντας αγωγή και κατηγορώντας το προσωπικό του υποκαταστήματος για ψυχική οδύνη. Επιπλέον απέστειλε την εσωτερική αλληλογραφία στα κεντρικά της τράπεζας, αλλά και στο κανάλι μας.»
Ο Τάσος έκλεισε την τηλεόραση χαμογελώντας ικανοποιημένος. Διάολε, ήταν άνεργος, αλλά τόσο υπέροχα ικανοποιημένος και χαρούμενος. Νταξ, ίσως έφταιγαν και τα ηρεμιστικά. Όμως ήταν χαρούμενος. Ένιωθε ασφαλής. Έκλεισε τα μάτια του και ψιθύρισε το αγαπημένο του τραγούδι:
«Psycho Killer
Qu’est-ce que c’est
Fa-fa-fa-fa-fa-fa-fa-fa-fa-far better
Run run run run run run run away»