Κοινοποιησεις

 

 

Η καινούρια πανηγυρική τάση των παιδιών που χαίρονται
για τον καλό βαθμό που πήραν εκφράζεται μέσα
από ένα ιδιότυπο σχηματισμό με τα χέρια.
Το διάσημο, πλέον «Dab».
Παλιά, η χαρά εκφραζότανε με το χαμόγελο εκείνου
που θα «τσίμπαγε» το αυτοκολλητάκι, πιο παλιά,
με το χορτάτο γλείψιμο μιας καραμέλας,
κι ακόμη παλαιότερα, με το γλύτωμα
από την τσουχτερή βέργα στην παλάμη επειδή ήξερε μάθημα.
Προχθές, ο Άγγελος, χαρούμενος
που δεν του φώναξα επιβλητικά να πάμε στην επόμενη άσκηση
αλλά τον άφησα να ανασάνει,
ζωγράφισε περιχαρής ένα κεφάτο καπάκι να κάνει «dab».
Σκόπιμα θα αποκρύψω αν έκανε σωστά την άσκηση
αλλά θα καταθέσω πως συνεχάρη, εντυπωσιασμένη
για τη σκέψη και την προσπάθειά του,
τη μικρούλα ζωγραφιά.

Η επιβράβευση πάντα θα εκκινεί την αθώα χαρά ενός παιδιού.
Η επίδοση,όμως, σχεδόν πάντα,
θα είναι πρώτα απώτερος σκοπός κάποιου γονιού
και ύστερα θα εμφυσάται με υστερική ακρίβεια στον απόγονο του
που πρέπει να τον κάνει υπερήφανο.
Δύο έννοιες κατ’ επίφαση αλληλένδετες
και στην ουσία αντικρουόμενες.

Η σπαραξικάρδια ιστορία εκείνου του 14χρονου παιδιού
από το Μάλι που έγραψε στα ρούχα τον έλεγχο του,
για να εξευμενίσει τις αρχές της χώρας που θα έφτανε,
ξεβράζει σε κάθε χώρα που δεν κατάφερε να φτάσει
την άδικη σημασία του καλού βαθμού
που είθισται να κουβαλά ο άνθρωπος για να γίνει αρεστός
σε μια κοινωνία, οικογένεια,
ένα ευρύτερο συνδιαλλακτικό πλαίσιο αποδοχής
και ζεστής αγάπης.
Η σπαραξικάρδια ιστορία του 14χρονου που πνίγηκε
στη Μεσόγειο αποτυπώνει το ‘’βούλιασμα’’
και την καθίζηση μιας κοινωνίας η οποία κοιτάει
τους πολίτες της στα τετράδιά τους,
προκειμένου να εξακριβώσει, αν αποτελεί ή όχι,
κίνδυνο ο πηγαιμός του κι η ένταξή του
στους ελιτίστικούς της κόλπους.
Εκείνος ο απαράδεκτος μηχανιστικός τρόπος σκέψης
να καλοδεχόμαστε μόνον εκείνους που επιτυγχάνουν
σχολικούς επαίνους,
που βαστάζουν την σημαία, που φοράνε όμορφα ρούχα,
που έχουν μπαμπά με υψηλές γνωριμίες
κι όχι έναν πρόσφυγα ή κάποιον που τα φέρνει πέρα
με το πενιχρό επίδομα του ΟΑΕΔ,
γιουχάροντας
και απομακρύνοντας οποιονδήποτε δε σημειώνει υψηλή βαθμολογία,
δεν κατέχει πανεπιστημιακές σπουδές,
δεν τελείωσε το Λύκειο,
γράφει το «εγώ» με όμικρον,
θρέφει και έθρεψε την ανασφάλεια
και τον φόβο ενός μικρού παιδιού,
οποίος θα πρέπει να αποδείξει στην άγνωστη χώρα ότι αξίζει.

Η επιβράβευση μπορεί να προέλθει ανεξαρτήτως
του παραδοσιακού τρόπου με τον οποίο πλασάρεται η επίδοση.
Η επιβράβευση μπορεί να έλθει από μια υπέροχη ζωγραφιά
ενός παιδιού που έχει πήρε «Β μείον» στο διαγώνισμα,
από μία τρομερή κίνηση στο μπάσκετ ή στο ποδόσφαιρο
εν ώρα διαλείμματος του σχολείου,
από μια τρυφερή του κίνηση να υποστηρίξει έναν άλλον
του συμμαθητή,
λέγοντάς του πως δεν έχουν σημασία οι βαθμοί
και να μη στεναχωριέται, μπορεί να έλθει
απ’ τους υπέροχους θεατρινισμούς του
να σκαρφίζεται δικαιολογίες
για το τετράδιο του που ξεχνά συνέχεια στο σπίτι,
μπορεί να έλθει από το καθημερινό κουράγιο
που θα δίνει στην μαμά του που κάνει δυο
και τρεις δουλειές για να τον μεγαλώσει,
μπορεί να έλθει από τη δύναμή του να παλέψει
με τις μαθησιακές δυσκολίες που τον καταβάλλουν
και τον δυσκολεύουν αλλά αυτός δεν θα τα παρατήσει.
Μπορεί να έλθει.

Επίδοση δεν σημαίνει μονάχα το καλλίγραμο κόκκινο «Α!»
στο άσπρο περιθώριο της φωτοτυπίας με τα μηδέν λάθη.
Επίδοση σημαίνει να πεθαίνεις ανοιχτά της Μεσογείου
για ν’ αποδείξεις πως αξίζεις στην καινούρια σου πατρίδα
από το φόβο μην σε στείλουν πίσω πάλι.