Κοινοποιησεις

 

Άνοιξα την πόρτα το πρωί  κι είδα πως από τα δέντρα μου είχαν πέσει όλα τα φύλλα.
Κίτρινα, μισοπράσινα, μερικά καφέ.
Όλα τα φύλλα.
Σκέφτηκα πως  έμοιαζαν με κατευόδιο.
Αν έφυγες…
Σκέφτηκα πως έμοιαζαν με δρόμο  που ψάχνεις.
Αν έρθεις…
Και γω,  εγώ εκεί στην άκρη να κρατώ ένα  «Αντίο»
που τόσο έμοιαζε με «Έλα».
Κοίταξα με απορία τα γυμνά κλαδιά
μα κείνα τυλίχτηκαν στα δέντρα τους και είπαν:
«Δεν  ξέρουμε. Ρώτα τα φύλλα».
Περπάτησα πάνω τους με άντυτα πέλματα.
Ήταν  τόσο υγρά….
Επειδή το βράδυ έβρεξε δυνατά.
Ή μπορεί και να έκλαιγαν.
Έσκυψα και τα μάζεψα σε μια αγκαλιά.
Τα κίτρινα, τα μισοπράσινα, τα καφέ.
Χορέψαμε και μετά στον αέρα τα σκόρπισα.
Στέγνωσαν.
Κι ύστερα θέλησαν να πλαγιάσουν.
Δεν μου είπαν ποτέ, ούτε ρώτησα.
Αν αποχαιρετούσαν.
Αν καλωσόριζαν.

Προηγούμενο άρθροΆτιτλο…
Επόμενο άρθροΟ Επαναστάτης
ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΔΥΛΗ
Ζω σε μια πόλη με θάλασσα, κατάγομαι από μια πόλη με λίμνη. Παντού νερό… Εγώ όμως δηλώνω της γης επειδή δεν μπορώ να δηλώσω αερικό. Γράφω συνέχεια ακόμα κι όταν δεν κρατώ στυλό, ακόμα κι όταν μου λείπει το χαρτί εγώ γράφω. Καταγράφω είναι μάλλον η σωστή λέξη. Επίμονα, επίπονα καταγράφω συναισθήματα: Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρώ. Έκρυψα σε ένα βιβλίο τις πρώτες καταγραφές, για να μην τις χάσω. Πλυμένα Λάβαρα και γω υπογράφοντας συγγραφέας του, ταυτόχρονα υποσχέθηκα να συνεχίσω -χωρίς στυλό χωρίς χαρτί- να ψάχνω συναισθήματα : Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρω. Πιστεύω στον καλύτερο μας εαυτό όμως δε με ξαφνιάζει και ο χειρότερος. Ονειροβατώ με ρεαλιστικό τρόπο κι έτσι στριμώχνω μια δική μου ανεπίσημη πραγματικότητα μέσα στην άλλη. Την επίσημη. Αγαπώ τις αυθόρμητες πράξεις, απεχθάνομαι τις σκόπιμες απραξίες. Θυμάμαι το χθες, περιμένω το αύριο, ζω το τώρα.