Κοινοποιησεις

Σήμερα ξεκινάμε για ένα μακρύ ταξίδι. Το λεωφορείο φεύγει στις εννέα
το πρωί και θα φτάσουμε στο Τζάκσονβιλ στις δύο τη νύχτα.
Θα ταξιδέψουμε με ένα “εξπρές” που κάνει μόνο μία ή δύο στάσεις.
Πουλάνε σάντουιτς και Κόκα-Κόλα στη διαδρομή. Οι θέσεις είναι
ανακλινόμενες και τη νύχτα όλοι ανάβουν μια μικρή ατομική λαμπίτσα,
όπως στα αεροπλάνα. Ο συνοδός μας ενθαρρύνει, εντοπίζοντας το που
 βρισκόμαστε από καιρού εις καιρόν, αναγγέλλοντας την επόμενη στάση
και εξηγώντας το τοπίο.

Διασχίζουμε τη Λουιζιάνα, το Μισισιπί, την Αλαμπάμα και τη Φλόριντα.
Οι διακλαδώσεις του δέλτα είναι σαν μεγάλες λίμνες – αστράφτουν
στον ήλιο και ο Κόλπος του Μεξικού είναι γαλάζιος σαν όνειρο το
μήνα του μέλιτος. Φοινικιές, κάκτοι, αζαλέες, ανθισμένες πόλεις,
τροπικά δάση με πυκνή βλάστηση, ρομαντικά σπίτια που ξεπροβάλλουν
μέσα από ειρηνικά παρτέρια, μοναχικές ρημαγμένες καλύβες στα δάση,
εκτυφλωτική θάλασσα, άτονες λιμνοθάλασσες, ισπανικά βρύα, πλούσια
και άσχημα – όλη τη μέρα, σύμπας ο Νότος μας αποκαλύπτεται στις στρεβλές
του αντιθέσεις.

Κι όλη τη μέρα η μεγάλη τραγωδία του Νότου μας ακολουθεί σαν εμμονή.
Ακόμη και ο καρφωμένος σ’ ένα πούλμαν ταξιδιώτης δεν μπορεί να την
αποφύγει. Ανά διαστήματα μπαίνουμε στο Τέξας, κι όπου πηγαίνουμε, η
μυρωδιά του μίσους βαραίνει την ατμόσφαιρα – το αλαζονικό μίσος των
λευκών, το σιωπηλό μίσος των μαύρων.

Στις στάσεις, οι αξιοσέβαστες, κακοντυμένες ματρόνες της κατώτερης
αστικής τάξης κοιτάζουν με φθονερό θυμό τα όμορφα μαύρα κορίτσια,
ντυμένα με λαμπερά χρώματα και χαρούμενα κοσμήματα, και οι άνδρες
ζηλεύουν την αδιάφορη ομορφιά των νεαρών μαύρων με τα ελαφρά
κοστούμια. Η αμερικανική καλοσύνη δεν έχει θέση εδώ.

Στον συνωστισμό έξω από το λεωφορείο, οι μαύροι σπρώχνονται στην άκρη.
“Δε φαντάζομαι ν’ αφήσεις αυτήν τη νέγρα να σε προσπεράσει”, λέει σ’ έναν
άντρα μια γυναίκα με φωνή που τρέμει από οργή”.

.
(Από το ημερολόγιο της Σιμόν ντε Μποβουάρ | Μετάφραση ΠΑΤΕΡΑΚΗ-ΓΑΡΕΦΗ ΜΗΝΑ |
2 Απριλίου του 1947 | Εκδόσεςι: ΚΙΧΛΗ)