Αλλάζω, μου ψιθύρισε, καθώς εχθές κοιτούσα στο σχίσμα μια δρυ.
Σήμερα την ξερίζωσαν.
Χιλιάδες μίλια μακριά φυτρώνει απ’ την ρίζα.
Κι’ όμως ακόμα την κοιτώ, πως συνετή και πρόθυμη την Άνοιξη εικάζει.
Χίλια τριακόσια, ήρεμη, χρόνια ευγνωμονεί.
Σφηνώνει στην καρδιά μου, γίνεται ταπεινή.
Ακόμα την κοιτώ και πότε θα της μοιάσω;