Κοινοποιησεις

 

Μὰ ἐσὺ δὲ θὲς ν’ ἀκούσεις τίποτα –
«δὲν καταλαβαίνεις» ἔλεγες «τί θὰ πεῖ π ο ί η σ η μὲς στὸ καλοκαίρι»·
μόνο ζήταγες νὰ μὴν παίρνω τὸ χέρι μου ἀπ’ τὸ
στῆθος σου, ὅλες τὶς ὧρες ποὺ ὁ ἥλιος χύνονταν στὶς
φλέβες μας· νὰ τὸ κρατάω ἐκεί, πάνω στὴν καρδιά σου,
ἀσάλευτο, ν’ ἀφήσει τὸ σημάδι του ὣς τὸ χειμώνα,
ὣς τὸ ἄλλο καλοκαίρι!..
Τὰ βράδια, ἔλεγες, τὸ φθινόπωρο, τὰ βράδια τὸ χειμώνα,
κάτω ἀπ’ τὰ φῶτα, κάτω ἀπ’ τὶς μαρκίζες,
θὰ φοροῦσες φορέματα ἀνοιχτὰ – νὰ σὲ ρωτᾶνε πάντα:
«Μὰ τ’ εἶναι αὐτὸ τὸ χέρι πάνω στὸ στῆθος σου, Μόνικα;»
Κ’ ἐσὺ ν’ ἀπαντᾶς – νὰ μπορεῖς ν’ ἀπαντᾶς, τὴν ἀ λ ή θ ε ι α μόνο,
κατὰ γράμμα (ὄχι «ποίηση», ὄχι ψέμα):
«Εἶν’ ὁ ἥλιος, κουτοί, κλεμένος ἀπὸ κάποιον – ὁ ἥλιος ὅλος κρυμένος..,
ἡ σκιὰ στὴ ζωή μου αὐτὸ τὸ καλοκαίρι…».

(Ρένος Αποστολίδης | «Κοιτάσματα τῆς ἀγάπης στὴ Μόνικα» | απόσπασμα)