Κοινοποιησεις

Το στιλό που έλεγε την αλήθεια
κατέληξε στο πλυντήριο
για τον κόπο του. Βγήκε
μια ώρα αργότερα, και ρίχτηκε
στο στεγνωτήριο μαζί με παντελόνια τζην
κι ένα πουκάμισο καρό. Πέρασε μέρες
ήσυχο στο γραφείο
κάτω απ’ το παράθυρο. ‘Εστεκε εκεί
και σκεφτόταν πως είχε ξοφλήσει.
Χωρίς την παραμικρή βεβαιότητα
στ’ όνομά του. Δεν είχε
τη θέληση να συνεχίσει, ακόμα κι αν το επιθυμούσε.
Μα ένα πρωί, περίπου μια ώρα
πριν χαράξει, ζωντάνεψε
κι έγραψε:
«Τα νοτισμένα λιβάδια κοιμισμένα στο φεγγαρόφως».
‘Υστερα έμεινε ακίνητο ξανά.
Η χρησιμότητά του σε αυτή τη ζωή
σαφώς στο τέλος της.

Εκείνος το κούνησε και το χτύπησε
στο γραφείο. ‘Υστερα το παράτησε σχεδόν.
‘Ομως ακόμα μια φορά, με τεράστια
προσπάθεια, επιστράτευσε τα τελευταία του
αποθέματα. Να τι έγραψε:
«Ελαφρύ αεράκι, και πέρα απ’ το παράθυρο
δέντρα να κολυμπάνε στον χρυσαφένιο πρωινό αέρα».

Προσπάθησε να γράψει λίγο ακόμα
μα αυτό ήταν όλο. Το στιλό
σταμάτησε για πάντα να δουλεύει.
Κατέληξε τελικά
στην πυρά μαζί με
άλλα σκουπίδια. ‘Ωσπου πολύ αργότερα
ένα άλλο στιλό,
ένα κοινό στιλό
που δεν είχε αποδείξει πως αξίζει
ακόμα, έγραψε με ευκολία:
«Σκοτάδι μαζεύεται στα κλαδιά.
Μείνε μέσα. Μείνε ακίνητος».
.
(Από τη συλλογή: Εκεί που είχαν ζήσει | Εκδόσεις: Κίχλη |
Μετάφραση: Άκης Παπαντώνης)