Κοινοποιησεις

Ξέρεις τι έχω βαρεθεί να παθαίνω στις γειτονιές καθώς φορτσάρω
για τη δουλειά;
Που απολαμβάνω να σνιφάρω δίχως σταματημό, τις μυρωδιές από τα
τσιγαρισμένα μαγειριά της πρωτευούσης και να μένω με την χαρά.
Α, και μ’ ένα άδειο στομάχι.
Μεγάλωσα, μεγαλώνω, έχω δουλειά, δεν πάω σχολείο,
έχω δώσει πανελλήνιες, το παιδί δε χρειάζεται ξεκούραση
και ζεστό φαγητό, μπορεί να παραγγείλει.
Κι αυτό είναι πιο σκληρό από κάθε μαμημένο εργοδότη.
(βασικά γαμημένο ήθελα να πω αλλά υπάρχει και λογοκρισία ολούθε)
Μου λείπει η καβάντζα της ανάπαυλας του μεσημεριανού,
το σπιτικό φαγάκι κι οι νουθεσίες της για τις βλακείες
που τρώω απ’ έξω, οι βούτες και οι επιτόπιοι
πνιγμοί στη σάλτσα που σε μένα σε δένει.
Ούτε το ξεπερνάς τα βράδια όταν πίνεις.
Δε σβήνει με άπλετο κρασί, κονιάκ, ουίσκι κι αν το σβήσεις.
Το μεθύσι από τις αναβράζουσες μυρωδιές τσιγαρισμένων κρεμμυδιών
στη γειτονιά που σου θυμίζουν τη μάνα, τη γιαγιά,
τη θειά, ολόκληρο το μητρικό συναπάντημα που χρόνια μαστορεύει
σε κάποια κουζίνα, κι εσύ τώρα μόνη, δεν έχεις το χρόνο,
γιατί ο OASA telematics δείχνει ότι έρχεται το λεωφορείο σου
σ’ ένα λεπτό, δε σβήνει..

Α.Κ

Προηγούμενο άρθροΜεταμόρφωση
Επόμενο άρθροTo χάος γύρισε σπίτι
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΑΤΣΑΔΟΥΡΗ
σαρκοφάγα ενεργητικοπαθητική προδιάθεση για αρπαχτές με λέξεις. χωρίς αγκαλιά. ανιάτως πάσχουσα από χρόνιο σεξισμό για την πάρτι τους. εντοσθιώνω ψαχουλευτικά ανθρωπάρια, παπάρια, στιγμές, στυγνές, ψαχουδουλεύοντας χωρίς τακτ οισοφάγους και στομάχια. μεγάλωσα σε χωριό. πιστεύω στο μάτην