Κοινοποιησεις

Υπάρχουν στη ζωή την κοινωνιών εποχές που η επανάσταση γίνεται
επιτακτική ανάγκη, που επιβάλλεται απ’ τα πράγματα.
Νέες ιδέες βλασταίνουν παντού, επιδιώκουν να βγουν
στο φως της μέρας και να εφαρμοστούν στη ζωή,
αλλά σκοντάφτουν στην αδρανειακή δύναμη εκείνων
που έχουν συμφέρον να διατηρηθεί το παλιό καθεστώς
και να τις πνίξουν μες στην αποπνικτική ατμόσφαιρα των παλιών
προκαταλήψεων και παραδόσεων.
Αυτά που έχουμε διδαχθεί για τη συγκρότηση των κρατών,
για τους νόμους της κοινωνικής ισορροπίας, για τις πολιτικές
και οικονομικές σχέσεις μεταξύ των πολιτών δεν αντέχουν
στην αυστηρή κριτική που δέχονται καθημερινά σε κάθε ευκαιρία
στο σαλόνι και στο καμπαρέ, στα φιλοσοφικά έργα
και στην καθημερινή κουβέντα.
Οι πολιτικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί θεσμοί γκρεμίζονται.
Σαν κτίσμα που ρήμαξε πιέζουν, εμποδίζουν ν’ αναπτυχθούν
τα νεαρά βλαστάρια που φυτρώνουν στους ραγισμένους τοίχους του
κι αρχίζουν ν’ απλώνονται γύρω του.

Γίνεται αισθητή η ανάγκη για μια νέα ζωή.
Ο κώδικας της καθιερωμένης ηθικής που κυβερνά την καθημερινή ζωή
των περισσότερων ανθρώπων φαίνεται πια ανεπαρκής.
Καταλαβαίνουμε πως κάτι, που πριν φαινόταν δίκαιο και σωστό,
είναι κραυγαλέα άδικο.
Η ηθική του χθες γίνεται σήμερα ανυπόφορα ανήθικη.
Η σύγκρουση των νέων ιδεών με τις παλιές παραδόσεις ξεσπά
μέσα σ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις, σ’ όλα τα περιβάλλοντα
και σ’ όλες τις οικογένειες.
Ο γιος τα βάζει με τον πατέρα, βρίσκει ανυπόφορα αυτό
που ο πατέρας του έβρισκε φυσικό σ’ όλη του τη ζωή.
Η κόρη ξεσηκώνεται ενάντια τις αρχές που της μετέδωσε
η μάνα της ως καρπό της μακρόχρονης πείρας της.
Η λαϊκή συνείδηση εξεγείρεται καθημερινά ενάντια τα σκάνδαλα
που ξεσπούν στους κόλπους της τάξης των προνομιούχων
και των χασομέρηδων, ενάντια στα εγκλήματα που διαπράττονται
εν ονόματι του δικαίου του ισχυρότερου ή με σκοπό τη
διατήρηση των προνομιών.
Οι άνθρωποι που θέλουν να θριαμβεύσει η δικαιοσύνη,
να εφαρμόσουν στην πράξη νέες ιδέες, σύντομα αναγκάζονται
ν’ αναγνωρίσουν ότι οι ευγενείς, φιλάνθρωπες κι αναμορφωτικές
ιδέες τους δεν έχουν θέση στην υπάρχουσα κοινωνία,
αναγνωρίζουν πως είναι ανάγκη μια επαναστατική ανεμοθύελλα
να σαρώσει όλην αυτή τη σαπίλα, ν’ αναζωογονήσει με την πνοή της
τις ναρκωμένες καρδιές και να φέρει στην ανθρωπότητα τον αλτρουισμό
(φιλαλληλία), την αυταπάρνηση και τον ηρωισμό,
που χωρίς αυτά η κοινωνία εκφυλίζεται, υποβαθμίζεται και αποσυντίθεται.

Στις εποχές του ξέφρενου αγώνα δρόμου με σκοπό τον πλουτισμό,
των πυρετωδών κερδοσκοπικών κινήσεων και των οικονομικών κρίσεων,
της γοργής καταστροφής των μεγάλων βιομηχανιών και της εφήμερης
άνθισης άλλων κλάδων της παραγωγής, περιουσιών που δημιουργούνται
σκανδαλωδώς μέσα σε λίγα χρόνια και εξ ίσου εύκολα χάνονται,
καταλαβαίνουμε ότι οι οικονομικοί θεσμοί που διέπουν την παραγωγή
και την ανταλλαγή δεν δίνουν στην κοινωνία την ευημερία
που επιδίωκαν να της εγγυηθούν.
Φέρνουν τα εκ διαμέτρου αντίθετα αποτελέσματα.
Αντί για την τάξη γεννούν το χάος, αντί για την
ευτυχία γεννούν τη δυστυχία και την αβεβαιότητα για το αύριο,
αντί για την αρμονία των συμφερόντων φέρνουν τον πόλεμο,
τον διαρκή πόλεμο ου εκμεταλλευτή ενάντια στον παραγωγό,
των εκμεταλλευτών και των παραγωγών μεταξύ τους.
Βλέπουμε την κοινωνία να χωρίζεται ολοένα πιο καθαρά σε δυο
εχθρικά στρατόπεδα και συγχρόνως να υποδιαιρείται σε χιλιάδες
μικροομάδες που πολεμούν λυσσαλέα μεταξύ τους.
Αποκαμωμένη απ’ αυτούς τους πολέμους και από την αθλιότητα που
φέρνουν, η κοινωνία αναζητά έναν νέο τρόπο οργάνωσης.
Απαιτεί ρητά την πλήρη αναδιάρθρωση του καθεστώτος της ιδιοκτησίας,
της παραγωγής, της ανταλλαγής και το συνόλου των οικονομικών σχέσεων
που απορρέουν απ΄’ αυτές.

Ο κυβερνητικός μηχανισμός που έχει επιφορτιστεί με τη διατήρηση της
υπάρχουσας τάξης παραγμάτων λειτουργεί ακόμη.
Σε κάθε στροφή των ξεβιδωμένων τροχών του παθαίνει βλάβη και σταματάει.
Η λειτουργία του γίνεται ολοένα πιο δύσκολη,
η δυσαρέσκεια με τις ατέλειές του μεγαλώνει.
Καθημερινά προβάλλονται νέες απαιτήσεις:
«Μεταρρυθμίστε αυτό, μεταρρυθμίστε εκείνο!»
φωνάζουν από παντού.
«Πόλεμοι, οικονομία, φορολογία, δικαστήριο, αστυνομία,
όλα πρέπει να ξαναφτιαχτούν, να στηριχθούν σε νέες βάσεις»,
λένε οι μεταρρυθμιστές.
Αλλά όλοι καταλαβαίνουν πως είναι αδύνατον να επισκευάσουν,
να διορθώσουν ένα μεμονωμένο κομμάτι,
γιατί όλα είναι αλληλένδετα.
Και, άλλωστε, πώς να επισκευαστούν, όταν η κοινωνία είναι χωρισμένη
σε δυο απροκάλυπτα εχθρικά στρατόπεδα;
Αν ικανοποιήσεις μερικούς δυσαρεστημένους,
θα δημιουργήσεις καινούριους δυσαρεστημένους.

Ανίκανες να πάρουν το δρόμο των μεταρρυθμίσεων αφού κάτι τέτοιο
θα σημαίνει συμμετοχή στην επανάσταση,
συγχρόνως παρά πολύ αδύναμες για να καταφύγουν απροκάλυπτα
στην αντεπαναστατική βία, οι κυβερνήσεις αρκούνται σε ημίμετρα
που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν κανέναν και το μόνο
που κάνουν είναι να προκαλούν νέες δυσαρέσκειες.
Οι μέτριες προσωπικότητες που αναλαμβάνουν στις μεταβατικές εποχές
τη διακυβέρνηση του κυβερνητικού σκάφους ονειρεύονται μόνον έναν πράγμα:
να πλουτίσουν πριν έρθει ο επόμενος πόλεμος.
Δεχόμενοι επιθέσεις πανταχόθεν, αμύνονται αδέξια,
άγονται και φέρονται, κάνουν απανωτές βλακείες
και έτσι πριονίζουν και την τελευταία σανίδα σωτηρίας τους:
αμαυρώνουν το κύρος της κυβέρνησης και την γελοιοποιούν
με την ανικανότητά τους.

Σε τέτοιες εποχές επιβάλλεται να γίνει επανάσταση.
Αποτελεί κοινωνική αναγκαιότητα.
Η κατάσταση είναι επαναστατική.

Όταν διαβάζουμε στους καλύτερους ιστορικούς μας για τη γένεση
και την ανάπτυξη μεγάλων επαναστατικών κραδασμών,
βρίσκουμε συνήθως, κάτω απ’ τον τίτλο «Τα αίτια της επανάστασης»,
μια συναρπαστική περιγραφή της κατάστασης που επικρατούσε
την προηγουμένη της επανάστασης. Η αθλιότητα του λαού,
η γενική ανασφάλεια, τα σπασμωδικά μέτρα της κυβέρνησης,
τα εμετικά σκάνδαλα που αναδεικνύουν τα μεγάλα κουσούρια της κοινωνίας,
οι νέες ιδέες που προσπαθούν να επιβληθούν αλλά προσκρούουν
στην ανικανότητα του παλαιού καθεστώτος: τίποτε δεν λείπει απ την εικόνα.
Μελετώντας αυτήν την εικόνα, πειθόμαστε ότι η επανάσταση ήταν
όντως αναπόφευκτη, ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος από την εξέγερση.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την κατάσταση πριν το 1789,
όπως μας την παρουσιάζουν οι ιστορικοί.
Νομίζουμε πως ακούμε τον αγρότη να παραπονιέται για τον φόρο
του αλατιού, για τη δεκάτη, για τα δοσίματα στον φεουδάρχη,
και να θρέφει στην καρδιά του άσβεστο μίσος για τον άρχοντα,
τον καλόγερο, τον μονοπωλητή και τον φοροεισπράκτορα.
Μας φαίνεται πως βλέπουμε τους αστούς να παραπονιούνται ότι
οι δημοτικές αρχές έχουν χάσει τα δικαιώματά τους
και να καταριούνται τον μονάρχη.
Ακούμε τον λαό να βλαστημάει τη βασίλισσα, να ξεσηκώνεται μαθαίνοντας
τα καμώματα των υπουργών και να λέει διαρκώς ότι οι φόροι
είναι αβάσταχτοι και τα δοσίματα εξοντωτικά,
ότι οι σοδειές ήταν κακές και ο χειμώνας βαρύτατος,
ότι τα τρόφιμα είναι πανάκριβα κι οι μονοπωλητές άπληστοι,
ότι οι ειρηνοδίκες των χωριών αρπάζουν τη σοδειά του χωρικού,
ότι ο αγροφύλακας κάνει τον σατράπη, ότι το ταχυδρομείο δεν
είναι καθόλου καλά οργανωμένο και οι υπάλληλοί του είναι τεμπελόσκυλα…
Κοντολογίς, τίποτε δεν πάει καλά, όλοι παραπονιούνται.
Από παντού ακούμε: «Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση,
άσχημη κατάληξη θα ‘χουμε»

Αλλά απ’ αυτές τις ειρηνικές σκέψεις μέχρι τον ξεσηκωμό,
μέχρι την επανάσταση, υπάρχει μια ολόκληρη άβυσσος,
αυτή που στους περισσότερους ανθρώπους χωρίζει τη σκέψη
από την πράξη, τον συλλογισμό από την επιθυμία,
από την ανάγκη για δράση.
Πως γεφυρώθηκε αυτή η άβυσσος;
Πως αυτοί οι άνθρωποι που, χθες ακόμη, παραπονιούνταν ειρηνικά για
το χάλι τους καπνίζοντας τα τσιμπούκια τους και χαιρετούσαν δουλικά
τον αγροφύλακα και τον χωροφύλακα τους οποίους πριν λίγο βρίζανε,
πως λίγες μέρες αργότερα, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι πήραν τα δρεπάνια
και τους σιδηρολοστούς κι επιτέθηκαν στον πύργο του άρχοντα,
που χθες ακόμα τους τρόμαζε;
Ποιο θαύμα μεταμόρφωσε αυτούς τους άνδρες, που οι γυναίκες τους
τους θεωρούσαν δικαιολογημένα δειλούς, σε ήρωες που προχώρησαν
ακάθεκτοι κάτω από τις οβίδες των κανονιών και απ’ τα
πυρά των μυδραλίων προς την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους;
Πως τα λόγια, που ειπώθηκαν τόσες φορές και σκορπίζονταν στον
αέρα σαν τον ήχο της καμπάνας, μετατράπηκαν επί τέλους σε έργα;

Εύκολα μπορούμε να δώσουμε την απάντηση:

Αυτό που προκάλεσε τη μετατροπή τους είναι η δράση,
η διαρκής, ακατάπαυτα ανανεωμένη δράση των επαναστατικών μειονοτήτων.
Το θάρρος, η αφοσίωση, η αυτοθυσία είναι κι αυτά κολλητικά,
όπως η δειλία, η δουλικότητα και ο πανικός.

Τι μορφές θα πάρει η αγκιτάτσια;
Μα τις πιο διαφορετικές μορφές, όποιες θα της επιβάλλουν
οι περιστάσεις, τα χρησιμοποιούμενα μέσα και οι διαθέσεις των ανθρώπων.
Άλλοτε σοβαρή, άλλοτε περιπαικτική, αλλά πάντα τολμηρή, άλλοτε συλλογική,
άλλοτε καθαρά ατομική, δεν παραμελεί κανένα από τα μέσα που
έχει στη διάθεσή της, κανένα γεγονός της δημόσιας ζωής,
για να κρατάει πάντα ξύπνιο το πνεύμα, να διαδίδει τη δυσαρέσκεια
και να της δίνει μορφή, ν’ ανάβει το μίσος ενάντια στους εκμεταλλευτές,
να γελοιοποιεί τους κυβερνώντες και να δείχνει την αδυναμία τους και
πάνω απ’ όλα και πάντα, να ξυπνά το θάρρος, το εξεγερσιακό πνεύμα,
διδάσκοντας με το παράδειγμά της.

Όταν σε μια χώρα δημιουργείται επαναστατική κατάσταση χωρίς
ακόμα να έχει αφυπνιστεί επαρκώς το εξεγερσιακό πνεύμα στις μάζες
για να μεταφραστεί σε ταραχώδεις διαδηλώσεις στους δρόμους
ή σε εξεγέρσεις, τότε το βάρος πέφτει στις επαναστατικές μειονότητες,
που με τη δράση τους θα πρέπει να κατορθώσουν ν’ αφυπνίσουν
το αίσθημα της ανεξαρτησίας και την πνοή του θάρρους που
χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει καμιά επανάσταση.

Ψυχωμένοι άνθρωποι, που δεν μένουν στα λόγια αλλά πασχίζουν να
τα κάνουν έργα, ακέραιοι χαρακτήρες, που γι’ αυτούς η πράξη είναι
ένα με την ιδέα, που για αυτούς η φυλακή,
η εξορία ο θάνατος είναι προτιμότερα από μια ζωή που
βρίσκεται σε διάσταση με τις αρχές τους, άφοβοι άνθρωποι,
που ξέρουν πως πρέπει να τολμήσουν για να πετύχουν,
αυτοί ρίχνονται πρώτοι στη μάχη, πολύ πριν οι μάζες αγανακτήσουν
αρκετά για να σηκώσουν ανοιχτά τη σημαία της επανάστασης και
με τα όπλα στα χέρια, να πολεμήσουν για να κατακτήσουν
τα δικαιώματά τους.

Μες στα παράπονα, στις μάταιες κουβέντες, στις θεωρητικές συζητήσεις,
γεννιέται μια ατομική ή συλλογική εξεγερσιακή πράξη που
συμπυκνώνει τους πόθους που επικρατούν.
Αρχικά, η μάζα μπορεί να μένει απαθής.
Ενώ θα θαυμάζει το θάρρος του πρωτοπόρου ατόμου ή της
πρωτοπόρας ομάδας, ενδέχεται αρχικά ν’ ακολουθήσει τους συνετούς,
τους φρόνιμους που σπεύδουν να καταδικάσουν αυτήν την «τρέλα» και
λένε ότι «οι τρελοί, οι θερμοκέφαλοι πάνε να τα χαλάσουν όλα».
Ενώ τα είχαν λογαριάσει τόσο καλά αυτοί οι φρόνιμοι και συνετοί,
ενώ το κόμμα τους, συνεχίζοντας αργά και μεθοδικά το έργο του,
θα κατόρθωνε σε εκατό ή διακόσια ή τριακόσια χρόνια να
κατακτήσει όλο τον κόσμο, να που μπλέκεται τώρα το απρόβλεπτο:
απρόβλεπτο, βέβαια, με την έννοια ότι δεν τα είχαν προβλέψει εκείνοι,
οι φρόνιμοι και συνετοί.
Όποιος ξέρει έστω κι ελάχιστη ιστορία και έχει στοιχειώδες μυαλό,
ξέρει κάλλιστα εκ τρων προτέρων ότι μια θεωρητική προπαγάνδιση
της επανάστασης θα μεταφραστεί αναγκαστικά σε έργα πολύ πριν
οι θεωρητικοί αποφανθούν πως έφτασε η ώρα της δράσης.
Κι όμως, οι σοφοί θεωρητικοί μας συγκρούονται με τους «τρελούς»,
τους αποκηρύσσουν και τους αναθεματίζουν.
Μα οι «τρελοί» κερδίζουν τη συμπάθεια του λαού, που επιδοκιμάζει
σιωπηρά το θάρρος τους, και αποκτούν μιμητές.
Οι πρώτοι γεμίζουν τις φυλακές και τα κάτεργα, αλλά έρχονται
άλλοι και συνεχίζουν το έργο τους.
Οι παράνομες ενέργειες διαμαρτυρίας, αγανάκτησης και εκδίκησης πληθαίνουν.

Αλλά τότε είναι πια αδύνατον να μείνει ο άνθρωπος αμέτοχος.
Όσοι στην αρχή ούτε που ρωτούσαν τι θέλουν οι «τρελοί»,
αναγκάζονται ν’ ασχοληθούν μ’ αυτούς, να συζητήσουν τις ιδέες,
τους, να πάρουν θέση υπέρ ή εναντίον τους.
Μέσα από γεγονότα που αποσπούν τη γενική προσοχή,
η νέα ιδέα διαποτίζει τα μυαλά και κερδίζει υποστηρικτές.
Μια τέτοια πράξη κάνει μέσα σε λίγες μέρες πιο αποτελεσματική προπαγάνδα
από χιλιάδες επαναστατικά φυλλάδια.

Γιατί, κυρίως, ξυπνά το εξεγερσιακό πνεύμα, γεννά την τόλμη.
Το παλιό καθεστώς, οπλισμένο με χωροφύλακες, δικαστές,
αστυφύλακες και στρατιώτες, φαίνεται ακλόνητο,
όπως άπαρτο φαινόταν στον άοπλο λαό και το παλιό οχυρό της
Βαστίλης με τα ψηλά τείχη και τα έτοιμα να χτυπήσουν κανόνια του.
Αλλά αμέσως καταλαβαίνουμε ότι το κατεστημένο δεν έχει τη δύναμη
που υποθέταμε πως έχει. Μια παράτολμη πράξη ήταν αρκετή για
ν’ ανατρέψει μέσα σε λίγες μέρες ολόκληρο κυβερνητικό μηχανισμό,
για να κλονίσει τον κολοσσό. Μια μικροαναταραχή έκανε άνω-κάτω
μια ολόκληρη επαρχία, και ο στρατός, που μονίμως επέβαλλε την τάξη,
υποχώρησε απέναντι σε μια χούφτα χωρικούς με πέτρες και δρεπάνια.
Ο λαός αντιλαμβάνεται ότι το τέρας δεν είναι τόσο φοβερό
όσο το νόμιζε, αρχίζει να συνειδητοποιεί πως θ’ αρκούσαν λίγες
δυναμικές ενέργειες για να το σωριάσουν καταγής.
Μες στις καρδιές γεννιέται η ελπίδα, και ας θυμηθούμε ότι,
αν η απελπισία σπρώχνει συχνά σε αναταραχές, αυτό που κάνει
τις επαναστάσεις είναι η ελπίδα της νίκης, και μόνο αυτή.

Η κυβέρνηση αντιστέκεται, χτυπά λυσσασμένα.
Αλλά, αν κάποτε η καταστολή σκότωνε την ενεργητικότητα των καταπιεσμένων,
τώρα, σε εποχές αναβρασμού, φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα.
Προκαλεί νέες ατομικές και συλλογικές εξεγέρσεις.
Σπρώχνει τους εξεγερμένους στον ηρωισμό και σιγά-σιγά
οι ηρωικές πράξεις κερδίζουν καινούριους υποστηρικτές,
γενικεύονται και αναπτύσσονται.
Το επαναστατικό κόμμα ενισχύεται από άτομα που μέχρι τότε
ήταν εχθροί του ή αδιαφορούσαν γι’ αυτό.
Η κυβέρνηση, οι άρχουσες τάξεις και οι προνομιούχοι διασπώνται:
ορισμένοι υποστηρίζουν την αντίσταση μέχρις εσχάτων,
άλλοι τάσσονται υπέρ παραχωρήσεων, άλλοι φτάνουν σε σημείο
να πουν πως είναι έτοιμοι ν’ απαρνηθούν προσωρινά τα προνόμιά τους
ώσπου να καταλαγιάσει το εξεγερσιακό πνεύμα και να πάρουν μετά
την κατάσταση στα χέρια τους.
Η συνοχή της κυβέρνησης και των προνομιούχων τάξεων σπάζει.

Οι άρχουσες τάξει μπορεί να επιχειρήσουν μια λυσσαλέα αντεπίθεση.
Μα η στιγμή δεν είναι πια η κατάλληλη.
Η μάχη γίνεται ολοένα πιο σκληρή, πιο φοβερή,
και η επανάσταση που ήδη άρχισε γίνεται πιο αιματηρή.
Από την άλλη, η παραμικρή παραχώρηση που κάνουν οι άρχουσες τάξεις,
αφού πια γίνεται πάρα πολύ αργά, αφού έχει αποσπαστεί με αγώνες,
απλώς ξυπνά ακόμη περισσότερο εξεγερσιακό πνεύμα.
Ο λαός, που προηγουμένως θα ήταν ικανοποιημένος με μια παραχώρηση,
καταλαβαίνει ότι ο εχθρός λυγίζει. Βλέπει τη νίκη του να πλησιάζει,
το θάρρος του να μεγαλώνει,  και οι ίδιοι οι άνθρωποι που άλλοτε,
τσακισμένοι από την αθλιότητα, αρκούνταν να ζουν υποταγμένοι,
σηκώνουν το κεφάλι και πορεύονται περήφανα προς ένα καλύτερο μέλλον.

Τέλος, ξεσπάει η επανάσταση, που θα είναι τόσο πιο φοβερή όσο
πιο πεισματώδεις ήταν οι προηγούμενες μάχες.

Η κατεύθυνση που θα πάρει η επανάσταση εξαρτάται βέβαια από
το σύνολο των περιστάσεων που έχουν καθορίσει την έλευση του
επαναστατικού κατακλυσμού.
Αλλά μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων, με βάση τη
σχετική επαναστατική δράση των διάφορων κομμάτων πριν την επανάσταση.

Το ένα κόμμα έχει επεξεργαστεί καλύτερα τη θεωρία που υποστηρίζει
και το πρόγραμμα που θέλει να εφαρμόσει,
και τα έχει προπαγανδίσει δραστήρια με τις ομιλίες και τα γραπτά του.
Αλλά δεν έχει επιβεβαιώσει αρκετά τους πόθους του,
δεν τους έχει βγάλει στο φως της ημέρας, στους δρόμους,
με πράξεις που αποτελούν την υλοποίηση της σκέψης που το χαρακτηρίζει.
Έχει δράσει λίγο ή μάλλον δεν έχει δράσει ενάντια στους
βασικούς εχθρούς του,
δεν έχει χτυπήσει τους θεσμούς που σκοπεύει να καταργήσει.
Είχε τη δύναμη της θεωρίας, αλλά όχι τη δύναμη της πράξης.
Πολύ λίγο συντέλεσε στην αφύπνιση του εξεγερσιακού πνεύματος
ή παρέλειψε να το καθοδηγήσει ενάντια σ’ εκείνο που έπρεπε κυρίως
να χτυπήσει κατά τη διάρκεια της επανάστασης.
Ε λοιπόν, αυτό το κόμμα δεν είναι πολύ γνωστό.
Αφού οι πόθοι του δεν επιβεβαιώνονται διαρκώς, καθημερινά,
με πράξεις που ο αντίλαλος τους θα έφτανε ως τις
πιο απομονωμένες καλύβες, δεν έχουν διαποτίσει αρκετά τη μεγάλη μάζα
του λαού.
Δεν έχουν περάσει τη δοκιμασία του πολλού κόσμου και του δρόμου,
ούτε και έχουν βρε την απλή τους έκφραση, που συνοψίζεται σε
μια δημοφιλή λέξη.

Οι παθιασμένοι συγγραφείς του κόμματος είναι γνωστοί στους
αναγνώστες τους ως άξιοι στοχαστές, αλλά δεν έχουν τη φήμη
ούτε τις ικανότητες του ανθρώπου της δράσης και τη μέρα
που ο λαός θα κατέβει στους δρόμους, θ’ ακολουθήσει τις συμβουλές
εκείνων που έχουν πιθανόν λιγότερο σαφείς θεωρητικές απόψεις
και λιγότερο μεγαλεπήβολους στόχους, αλλά τους γνωρίζει καλύτερα
γιατί τους έχει δει να δρουν.

Το κόμμα που έχει κάνει την περισσότερη επαναστατική αγκιτάτσια,
που έχει εκδηλώσει την πιο μεγάλη ζωτικότητα και τόλμη,
αυτό θα έχει τη μεγαλύτερη επιρροή τη μέρα που θα χρειαστεί
να δράσει ο λαός, που θα πρέπει να προχωρήσει για να ολοκληρώσει
την επανάσταση.
Αλλά όποιο κόμμα δεν έχει την τόλμη να επιβεβαιώσει τη θεωρία του
με επαναστατικές ενέργειες κατά την περίοδο της προετοιμασίας,
όποιο δεν είχε μια αρκετά ισχυρή παρορμητική δύναμη για να
εμπνεύσει στα άτομα και στις ομάδες την αυταπάρνηση,
την ακατανίκητη επιθυμία να εφαρμόσουν στην πράξη τις ιδέες τους
(αν είχε παρουσιαστεί αυτή η επιθυμία, θα είχε μεταφραστεί σε
πράξεις πολύ πριν ξεχυθεί στους δρόμους ολόκληρος ο λαός),
όποιο κόμμα δεν μπόρεσε να κάνει δημοφιλή τη σημαία του
και σαφείς και ακατανόητους τους στόχους του, θα έχει ελάχιστες
πιθανότητες να υλοποιήσει έστω και το παραμικρό μέρος του προγράμματός του.
Θα το παραμερίσουν τα κόμματα της δράσης.

Αυτά μας διδάσκει η ιστορία των περιόδων που προηγούνται από
τις μεγάλες επαναστάσεις. Κι αυτό το έχει καταλάβει θαυμάσια
η επαναστατική αστική τάξη: δεν άφησε ανεκμετάλλευτο κανένα
μέσον αγκιτάτσιας που θ’ αφύπνιζε το εξεγερσιακό πνεύμα,
όταν προσπαθούσε ν’ ανατρέψει το μοναρχικό καθεστώς.

Ο Γάλλος χωρικός του 18ου αιώνα την καταλάβαινε σαν από ένστικτο,
όταν πολεμούσε για την κατάργηση των δικαιωμάτων των φεουδαρχών.
Σύμφωνα μ’ αυτές τις αρχές έδρασε η Διεθνής, όταν προσπάθησε
ν’ αφυπνίσει το εξεγερσιακό πνεύμα στους εργάτες των πόλεων και
να τους σπρώξει ενάντια στον φυσικό εχθρό του μισθωτού,
ενάντια τον σφετεριστή των μέσων παραγωγής και των πρώτων υλών.

Piotr Kropotkin