Κοινοποιησεις
 
Με άγγιξες, και τώρα κάθε που σε κοιτώ είναι σαν να ενώνεται ένας πλανήτης με τον δορυφόρο του. Μυστικά. Για πρώτη φορά, μετά τη μεγάλη έκρηξη.
Και κάθε που με κλειδώνεις στο στήθος σου, η στιγμή σπάει τον χρόνο, τον ακυρώνει, γιατί μόνο τότε δεν έχουν σημασία τα πού, τα πως και τα γιατί.
Με χαϊδεύεις αργά, σαν τυφλός που διαβάζει τις μικρές προεξοχές. Διαβάζει για μύθους κι έρωτες. Έτσι με χαϊδεύεις, έτσι με διαβάζεις. Με δυο κουκκίδες εδώ, τέσσερις εκεί, κάθετα κι οριζόντια.
Κι όταν μου μιλάς, γίνομαι χαρτί που ρουφάει κάθε σταγόνα για ν’ αγκαλιάσει, για πάντα, μέσα του τις λέξεις. Τις δένω κόμπους και τις κρύβω στα βάθη και στα ύψη. Τις φωνάζω στα βουνά και στους γκρεμούς όταν λείπεις. Κι όλα τα εμπόδια τις γυρνάνε πίσω σ’ εμένα. Ξανά και ξανά.
Τις ψιθυρίζω στο χώμα, στις ρίζες. Να απλωθούν και να τις ακούσουν μαζί κι όλα τα ζωντανά του Κάτω Κόσμου. Τις φωνάζω με όλη μου τη δύναμη για να μείνουν γραμμένες στον αέρα και να ταξιδέψουν εκεί. Εκεί που εμείς, δεν μπορέσαμε να πάμε ποτέ.
 
Σαν τον αργόσυρτο ήχο της καμπάνας, έτσι χτυπά η καρδιά μου κάθε φορά που χωρίζουμε τα βράδια και η ψυχή μου σπάει σε χιλιάδες ψίχουλα για να μπορέσεις να βρεις τον δρόμο να γυρίσεις.
Και, αλήθεια, πόσο καλά το ξέρουμε αυτό και οι δύο, πως ο έρωτάς μας είναι αυτή η απομακρυσμένη φλόγα.
Αυτήν που το αεράκι γλείφει πάντα τελευταία.
Αυτή που ζεσταίνει τα δάχτυλα και φωτίζει πρώτη το πρόσωπο.
Αυτή που μπορεί να ονομαστεί Ζωή
αλλά, συνήθως, την ονομάζουν Θάνατο.
 
 
(Δημοσιευμένο: Έρως Καλός 21+21 δημιουργοί για τον έρωτα |
Εκδόσεις: University Studio Press)