Κοινοποιησεις
«Δεν προλαβαίνω να σηκώσω κεφάλι» έλεγε κομπάζοντας σεμνά για την εργατικότητά της.
Το φεγγάρι την άρπαξε από τα μαλλιά, της τράβηξε πάνω το κεφάλι και το έστρεψε προς το μέρος του.
Απόψε είχε ανάψει μια πανσέληνο σε μαβί ουρανό ανάμεσα στις στέγες.
Έσκυψε ξανά το κεφάλι κάπως ντροπιασμένη.
Έβγαλε το σίδερο από την πρίζα, έβαλε ένα ποτό, έναν δίσκο στο πικάπ, ξάπλωσε στον καναπέ και πήρε να ξαναδιαβάζει το «Δικαίωμα στην τεμπελιά» του Λαφάργκ.
Κάπου- κάπου σήκωνε τα μάτια προς το φεγγάρι, κοιτάζοντάς το νοιαστικά σαν παιδί που ξεσκεπάζεται τις νύχτες….
.
 

(Ανέκδοτο | Πρώτη δημοσίευση Cignialo – Ακόμα γνέφουμε απ’ τη γαλαρία)