Κοινοποιησεις

Αδυνατούσε να ξεφύγει από το δίχτυ της συμφοράς του λόγου.
Όταν τον ρώτησα γιατί πετάει τις αδειανές μπουκάλες στον ουρανό,
απάντησε πως ήθελε να ακούσει τον οργασμό του γυαλιού,
όταν συγκρούεται με τα σύννεφα και ύστερα να μαζέψει τα
θρύψαλα που θα ψιχάλιζαν.
«Μοιάζουν με τα δικά μου κομμάτια αυτά που κάποτε ονόμαζα καρδιά.»
Δεν ήξερε μάλλον για το μολυβένιο βήμα των ιδεών πάνω
στις μαρμάρινες πλάκες.
Αυτών που αραχνιασμένες λουφάζουν στην σκοτεινή γωνιά των
βιβλιοθηκών και κανείς μα κανείς δεν τολμά να τις αγγίξει.
Γιατί ξέρει πως όποιος το κάνει θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου.
Το μόνο που ήξερε ήταν να βγάζει από την τσέπη του ψιθύρους.
Όταν μια μέρα τον συνάντησα να πλανάται κολυμπώντας ανάμεσα στην
απέραντη μοναξιά των λεωφόρων, εκεί όπου όλοι είναι άγνωστοι μεταξύ
τους, μα όλοι είναι τελικά γνωστοί μπροστά στον θάνατο της
οθόνης τους, είπε μονάχα «Την μόνη μοναξιά που γνώρισα είναι
όταν σκαρφαλώνω το κορμί της γραφής.»
Το ίδιο είναι θαρρώ το θάρρος που χρειάζεται να παλεύει
κανείς να σταθεί όρθιος μπρος στα ματιά της και μπρος
στον ίδιο του τον εαυτό. Σκέφτηκα μα δεν του το είπα.
Ξέραμε εξάλλου και οι δυο πως δεν ήταν συνετό και
φρόνιμο να πέσει κανείς στον γκρεμό με τα φίδια μολύβια
και τα μαγικά χαλιά χαρτιά, μα πάντα περιφρονούσε το συνετό
και το φρόνιμο.
Όταν τον είδαμε εκείνη την μέρα παγωμένο από το κρύο
όλοι με μια φωνή είπαμε
«Έφτιαχνε κάθε μέρα έναν άλλο κόσμο γιατί δεν του άρεσε ο δικός μας.»
Τότε σαν σταγόνες βροχής πέσανε θρύψαλα τζάμια και ο κόσμος
θυμήθηκε πως αυτά τα κομμάτια μοιάζουν με κάτι που κάποτε
ονόμαζε καρδιά.