Κοινοποιησεις

 

 

Αν πρέπει να ξεκινήσεις ένα ποίημα,
κάν’ το πριν σπάσεις το μολύβι στο πρώτο φιλί,
γιατί έτσι κι αλλιώς ποιος κάνει το θήραμα,
ποιος είναι ο κυνηγός ;

Εσύ μ’ ένα ξεχασμένο φοιτητικό ξυστό για ξόρκι
κι εγώ σε κάτι ακόμη να ηττηθώ,
να μάθω στη θάλασσα να μη σε σκοτώνει
κι εγώ πώς είναι να βγάζεις έναν άνθρωπο
από το στέρνο
– γιατί μέσα σου κάνουν ”κρακ” οι άνθρωποι
– όπως όταν σου λένε πόσο όμορφος είσαι

κι ας είσαι σμπαράλια ή σου κρατάνε τη πόρτα
στο ασανσέρ και το καλοκαίρι λίγο παραπάνω.

Είναι κι η εποχή λες!
Δεν έμεινε δέρμα να μπει από κάτω κάποιος…
όμως όσο πήγαινες προς το θάνατο
τόσο έβρισκες τη ζωή κι ας είναι όλα ανώφελα
όσο τρία φτυσίματα στο κόρφο.
Κυνηγός ή θήραμα λοιπόν ;
Πάλι να παίξουμε ποιος τρώγεται ποιος θα φαγωθεί ;
Γι αυτό πια θα σε μιλάω με σώμα,
με σάρκινο αλφάβητο γιατί τελευταία μου πήραν τις λέξεις
αλλά έχω κρατήσει ένα κομμάτι σύννεφο πίσω από τα δόντια,
που σ’ ειρωνεύεται ο διάολος γιατί οι καλύτεροι τίτλοι ποιημάτων
γράφτηκαν με χιούμορ τελικά στη τουαλέτα.

Αν με ψάξεις είμαι στα τσιγάρα των χαμένων δρομολογίων
στο σταθμό Λαρίσης κι εσύ θες να με τρομάξεις;

Δεν κατάλαβες από την αρχή πως εδώ
ποτέ δεν ήταν σκοπός το θήραμα ή κυνηγός
αλλά πάντα κάτι να τραγουδάει ακόμα;