Κοινοποιησεις
 
Αδειάζω.
Μέχρι να γεμίσω
αυτό το ποτήρι
που σπάει
εδώ και χρόνια.
Πλήττω.
Κάτι πρωινά με βροχή.
Με ένα ύφασμα σκεπασμένη,
να καλύπτει
το γυμνό μου σώμα.
Σκέπαζα για χρόνια
τις σχεδόν αόρατες
πληγές μου
κι εκείνη την κουρασμένη μου ψυχή.
Μη τυχόν και λυπηθεί
μπροστά τους.
Όλοι τους σιωπηλοί.
Με μια μαυρίλα
που δύσκολα έφευγε
από μέσα τους.
Κι’ εγώ γέμιζα αυτο το ποτήρι,
κάθε μέρα και από λίγο.
Άραγε,
ξεφεύγει κανείς
από αυτή τη μαυρίλα ποτέ;