Κοινοποιησεις

Τώρα,
αυτόν τον Οχτώβρη
θα’ κλεινες
τα εκατό χρόνια,
σπαραχτικέ μου φίλε.
Μπορώ
να σου μιλήσω;
Είμαι μόνος,
στο παράθυρό μου
ο Ειρηνικός σπάει
την αιώνια σκοτεινή βροντή του.
Είναι νύχτα.
Τα ξύλα που καίνε ρίχνουν
πάνω στο οβάλ
του παλιού πορτραίτου σου
μια φευγαλέα αχτίδα.
Ήσουν ένα παιδί,
με ξανθούς βοστρύχους,
μισοκλεισμένα μάτια,
στόμα πικρό.
Με συγχωρείς
που σου μιλώ
όπως είμαι, καθώς πιστεύω
πώς θα ’σουν τώρα,
που σου μιλώ για θαλασσινό νερό
και ξύλα που καίνε,
για πράγματα απλά κι απλές υπάρξεις.
Σε βασανίσανε και κάψαν την ψυχή σου,
σε κλείσανε στα τείχη της Ευρώπης
και χτύπαγες
δαιμονισμένος
τις πόρτες.
Κι όταν
μπόρεσες
να λευτερωθείς
έφυγες πληγωμένος,
σιωπηλός και πληγωμένος,
νεκρός.
Πολύ καλά· άλλοι ποιητές
άφησαν ένα κοράκι, ένα κύκνο,
μιάν ιτιά
ένα πέταλο στη λύρα,
εσύ άφησες ένα
σπαραχτικό
φάντασμα
που καταριέται
και φτύνει
και πηγαίνεις
ακόμη
δίχως προορισμό,
χωρίς κατοικία,
χωρίς αριθμό,
στους δρόμους της Ευρώπης,
γυρίζοντας στη Μασσαλία
με αφρικάνικη άμμο
στα παπούτσια σου,
βίαιος
σαν ένα ρίγος,
διψασμένος,
ματωμένος,
με τσέπες αδειανές,
χαμένος,
προκλητικός,
δυστυχισμένος.
Δεν είν’ αλήθεια
πως σ’ έκλεψε η φωτιά,
πως έτρεχες
με την ουράνια ορμή
και τους υπεριώδεις λίθους
της κόλασης,
δεν είν’ έτσι,
δεν το πιστεύω,
σου αρνιόνταν
την ειλικρίνεια, το σπίτι,
τα ξύλα,
σ’ απόδιωχναν,
σου κλείνανε τις πόρτες,
και τότες έκλεβες
οργισμένε αρχάγγελε
στους τοίχους
της απόστασης,
και δεκάρα – δεκάρα,
ιδρώνοντας και ματώνοντας
το κορμί σου
ήθελες
να μαζέψεις
το αναγκαίο χρυσάφι
για την απλότητα, για το κλειδί,
για την ήσυχη σύζυγο, για το παιδί,
για τη δική σου καρέκλα,
για τη μπύρα και το ψωμί.
Στον καιρό σου
πάνω από τις αράχνες
πλατύ
σαν ομπρέλα
έκλεινε το λυκόφως
και το γκάζι τρεμόπαιζε νυσταγμένο.
Πέρασες από την Κομμούνα
ξανθό παιδί,
κι η ποίησή σου έδωσε
αναλαμπές
που ακόμη ανεβαίνουν τιμωρώντας
τους τοίχους
των τουφεκισμών.
Με μάτια
στιλέτο
τρύπησες
τη σκουληκιασμένη
σκιά,
τον πόλεμο,
τον πλανώμενο σταυρό της Ευρώπης.
Γι’ αυτό σήμερα, μ’ εκατό χρόνων
απόσταση,
σε προσκαλώ
στην απλή
αλήθεια που δεν άγγιξε
το ανεμοδαρμένο σου μέτωπο,
σε προσκαλώ στήν Αμερική,
στα ποτάμια μας,
στους ατμούς του φεγγαριού
πάνω απ’ τις κορδιλιέρες,
στη χειραφέτηση
των εργατών,
στη μεγάλη πατρίδα
των λαών,
στον εξηλεκτρισμένο
Βόλγα,
στα τσαμπιά και στα στάχυα·
σ’ όσα ο άνθρωπος
κατάχτησε δίχως μυστήριο,
με τη δύναμη
και το αίμα,
με το ’να και τ’ άλλο χέρι,
μ’ εκατομμύρια
χέρι

Εσένα σε τρελάνανε
Ρεμπώ, σε καταδίκασαν
και σ’ έριξαν
στην κόλαση.
Εγκατέλειψες την αιτία του σπόρου, εφευρέτης
της φωτιάς, έθαψες
τη φλόγα
και στην έρημη μοναξιά
συμπλήρωσες
την καταδίκη σου.
Σήμερα είναι πιο εύκολο, είμαστε
χώρες, είμαστε
λαοί,
εκείνοι που εγγυόμαστε
την ανάπτυξη της ποίησης,
την κατανομή του ψωμιού, την κληρονομιά
του λησμονημένου. Τώρα
δεν θα ’σουνα
μόνος.

(Από το βιβλίο: PABLO NERUDA | Εκλογή από το έργο του | Μετάφραση: ΡΗΓΑ ΚΑΠΠΑΤΟΥ | Εκδόσεις: Καραβία)