Κοινοποιησεις

Βόλτες και ξεχυσίματα σε κάθε γωνιά της πόλης.
Σωμένα vans, all star, σκισμένα αθλητικά, τρεμάμενα ψηλοτάκουνα, χαλούν, γουστάρουν να χαλούν ισοπεδωτικάτις ασφαλτώσεις.
Δρόμο, δωσ’ μου δρόμο ρε να περπατήσω και να χαθώ.

Να σκουντηχτώ, να βριστώ, να ξεχαστώ, ν’ αφήσω τη ρομποτική ποδιά στην καρέκλα του γραφείου, να κοιτάξω στα μάτια εκείνον που μ’ εστίασε στα βυζιά μου, να μην το παίξω αφ’ υψηλού, να τον ευχαριστήσω ιπποτικά που ακόμα δεν τον έχει ρουφήξει η ολόδική του εργασιακή δίνη, να πάρω λάθος το λεωφορείο, ν’ απομυθοποιήσω τη ταμπέλα του ενήλικου μύθου που λέει ότι ξέρουμε πού πάμε, ν’ αργήσω άλλη μισή ώρα στη δουλειά γιατί μια ηλικιωμένη μπερδεύτηκε στην alpha bank και δεν ξέρει ‘’παιδάκι μου’’ πώς ανοίγουνε οι πόρτες, να με παίρνουν τηλέφωνα και να μην απαντώ, να με γαμωσταυρίζουν και να χαμογελώ.
αν θέλουν τόσο να με βρουν, ας έρθουν μαζί στη βόλτα.

Να πέφτω άτσαλα στους περαστικούς σαν το βλαχάκι που ‘ρθε απ’ το χωριό, να τσαλακώνομαι  κωλοδαχτυλώνοντας τους εν εξάλλω καργιόληδες στο φανάρι χωρίς περιοριστική ντροπή, μες σ’ ένα τσεπάκι της ποδιάς ξέχασα το τακτ στο γραφείο, ν’ αντιστρέψω τους ρόλους με τον μπαρίστα που υπάκουα μου φτιάχνει κάθε μέρα καφέ, να πατήσω εγώ πρώτη το κόκκινο κουμπί να τον ρωτήσω τι κάνει.

Να λημεριάσω με τους σταρ σταρχιδιστές μουσικούς έξω από το μετρό, πώς μ’ έχω σιχαθεί που όλο σφίγγομαι να μένω ακούνητη, αγέλαστη και στυγερή, προφασιζόμενη λόγους ανωτέρου meeting, να ξεβεντουζωθεί όλη μου η προσοχή απ’ το τζαμάκι του κινητού, να την αδειάσω όλη σεκλετίστικα απάνω σ’ έναν που έχει στην Ακαδημίας σπίτι, χωρίς παράθυρα και τζάμια, μ’ ένα χαριτωμένο λιονταράκι για φρουρό, χωρίς σκύλο και μεζονέτα, να ξαναπάρω πίσω τ’ αστικό, ούτε και τώρα να με νοιάζει αν είναι το σωστό, το μόνο που θα κοιτάξω είναι να γράφει ΣΥΓΓΝΩΜΗ κι όχι σόρρυ.
ναι, ζούγκλα η Αθήνα, αλλά κάποιοι στην πόλη -μαζί με τα παράδοξα κατοικίδια αρπακτικά τους- σού ξεσκίζουν τη σάρκα προσεχτικά και κουρδίζουν την καρδιά σε ρυθμό ανθρώπινο, πάλι..