Με πιάνει κάποιες ώρες
μια τρέλα ανήκουστη,
παράταιρη τελείως
με εκείνη των ειδήσεων
και όσων έπονται
κι όλο παροξυσμό και έπαρση γεμάτος
αδειάζω τις βουλιμικές οθόνες.
Αναστεναγμούς ακούω τότε
από τα έπιπλα
τον καναπέ
τα φλιτζανάκια του καφέ
και της γιαγιάς το σεμέν.
Αδειάζω τις οθόνες
-στους δρόμους και στα πεζοδρόμια
παίζεται το παιχνίδι-
στο δάσος που κρατά κρυφό
στον κόρφο του πεύκου
κάτι που μας ανήκει
και δεν αναζητήσαμε.
Την μπάλα που σκίστηκε
τον σουγιά που χάραξε
-για πάντα-
κι ας ήταν μόνο μια στιγμή
μέσα στις τόσες άλλες.
Αδειάζω τις οθόνες
πάνω στο κορμί που ξεψυχάει
στο κρεβάτι, αγκαλιά με το σεντόνι,
το Άρλεκιν, υπνωτικά και βότκα
μοσχοβουλούν οι δύο λαγόνες
το άρωμα σου
που όλο πάει να σβήσει.
Αδειάζω τις οθόνες
στο γέλιο -να κρυφτώ- ενός μικρού αλήτη
κι αν δεν υπάρχει εκεί κανείς
έλα να φτιάξουμε έναν
κι αν δεν αρκεί η ύλη για κάτι νέο
να γίνουμε εμείς
με κάθε κύτταρο μας στραμμένο
μακριά από τις οθόνες
στραμμένο προς τον ήλιο
πίσω η σήψη του εφήμερου
μπροστά μονάχα χρόνος
και όσα χάδια χωράνε
στις λιγοστές του
-ελάχιστες-
σκιές που ξεθωριάζουν.
Τι ξέρουν οι οθόνες
που τις παραγεμίζει;
Τι ξέρουν, λέω, από όλα αυτά;
Κι έπειτα αναρωτιέμαι,
προς τι η τόση έπαρση
κι αυτή η ανήκουστη τρέλα;
Συνέρχονται
εισπράττω τον ίδιο μου τον ψόγο
μετρημένα
χωρίς να διαταράξω επιπλέον
το διαταραγμένο πρόγραμμα.
Ησυχάζει ο καναπές
ηρεμεί το σεμέν.
Τα φλυτζάνια, δυστυχώς,
πρόλαβα και τα έσπασα.
Προηγούμενο άρθροΤώρα κι αν δεν
Επόμενο άρθροΝύφη
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Σε ηλικία έξι (6) ετών εντυπωσίασε γονείς και δασκάλους αναδομώντας πλήρως την νεοελληνική ορθογραφία και δημιουργώντας πληθώρα νέων λέξεων από ήδη υπάρχουσες όπως η λέξη «σπήτι» και το ρήμα «πέζο» . Η διεθνής λογοτεχνική κοινότητα τον χαρακτήρισε ως τον «μεγαλύτερο εν ζωή λογοπλάστη» Δεν αρκέστηκε όμως σ’ αυτό. Σε ηλικία 8 ετών κατάφερε να συντάξει έκθεση με θέμα «πως πέρασα το καλοκαίρι» και να περιγράψει σαράντα πέντε (45) μέρες παραθερισμού σε εννιά (9) μόνο σειρές, εκ των οποίων η τελευταία ήταν η εξής: «Τρίτη ήταν που το θάψαμε». Το κείμενο έδωσε νέα ώθηση στο ρεύμα του αφαιρετικού υπερρεαλισμού και συνεχιζει να εμπνέει ακόμα και σήμερα χιλιάδες συγγραφείς παγκοσμίως. Παρά τη φήμη του, μεγάλωσε σχεδόν νορμάλ, πέρασε από τα σύνορα της νεότητας σχεδόν ολοκληρωτικά, βιοπορίστηκε σε διάφορους τομείς σχεδον με επιτυχία και ερωτεύτηκε παράφορα (χωρίς σχεδόν). Ζει από επιλογή στον κόσμο τον δικό του αλλά δέχεται συχνά επισκέπτες. Που και που γράφει για ότι βρει ενδιαφέρον. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ό-Ντέι: Το φετίχ της καρδιάς» κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις ΟΞΥ. Το δεύτερο κυκλοφορεί στις 17/12/2018