Κοινοποιησεις
Στις δέκα το πρωί η νεαρή σύζυγος
τριγυρίζει με τη ρόμπα πίσω
από τους ξύλινους τοίχους του σπιτιού του άντρα της.
Περνάω με τ’ αυτοκίνητο μονάχος.
 
Κι εκείνη πάλι κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο
για να φωνάξει τον παγοπώλη, τον ψαρά, και στέκει
ντροπαλή, δίχως τον κορσέ της, σουλουπώνοντας
τις άτακτες άκρες των μαλλιών της, και τη συγκρίνω
μ’ ένα πεσμένο φύλλο.
 
Τα αθόρυβα λάστιχα του αυτοκινήτου μου
σπεύδουν μ’ έναν ήχο θρυμματισμού πάνω στα
ξερά φύλλα καθώς υποκλίνομαι και περνώ χαμογελώντας.
 
(Μετάφραση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ)