Κοινοποιησεις

Ο Αναστάσης Βιστωνίτης θυμάται τη συνάντησή του με τον εμβληματικό συγγραφέα στη Νέα Υόρκη και τη συναρπαστική ζωή του

Τον είδα ξαφνικά (ήταν η πρώτη και μοναδική φορά) την τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων του 1983, σε ένα μικρό café στους 59 Δρόμους, στο Ανατολικό Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Περίμενα να περάσει μισή ώρα και να πάω στο σπίτι του ποιητή Νικόλαου Κάλας, που έμενε λίγο πιο πάνω. Ο Κάλας ήθελε να μου μιλήσει για τον καταλανό ζωγράφο Ζουάν Μιρό, ο οποίος είχε πεθάνει δύο ημέρες νωρίτερα, και να μου δείξει τα γράμματα που είχαν ανταλλάξει.

Τον άνθρωπο που βρισκόταν στο απέναντι τραπεζάκι και έπινε ανέκφραστος τον καπουτσίνο του ήταν αδύνατον να μην τον αναγνωρίσει κανείς με την πρώτη, αν είχε δει έστω και μία φωτογραφία του. Ηταν όπως ακριβώς τον βλέπουμε στην πασίγνωστη φωτογραφία του Αβεντον, μόνο που φορούσε το μπορσαλίνο του. Ναι, ήταν ο Ουίλιαμ Μπάροουζ. Ημουν πολύ νέος τότε και δεν είχα το θάρρος να πλησιάσω και να μιλήσω σε έναν συγγραφέα που θαύμαζα απεριόριστα. Ετσι έμεινα να τον κρυφοκοιτάζω, ενώ από τον νου μου περνούσαν χίλια δυο.

Εκείνη τη χρονιά η Ακαδημία και το Ινστιτούτο Γραμμάτων και Τεχνών των ΗΠΑ τον είχε εντάξει στα μέλη της. Εναν μήνα αργότερα θα έβλεπα σε μια μεταμεσονύκτια προβολή στο Γκρίνουιτς Βίλατζ το ντοκιμαντέρ του Χάουαρντ Μπρούκνερ «Burroughs: Τhe Movie», μια ταινία εξωφρενικής γοητείας, η οποία, όπως διαβάζω, ξαναπαίζεται τώρα που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννησή του.

Δεν αναρωτήθηκα πώς ο Μπάροουζ, που τότε ζούσε στο Λόρενς του Κάνσας, βρέθηκε στη Νέα Υόρκη – ήταν αυτονόητο, αφού σε τούτη την πόλη έζησε πολλά χρόνια. Πριν από κάμποσες ημέρες είχα προμηθευτεί σε εξευτελιστική τιμή από το βιβλιοπωλείο Strand τις «Πόλεις της κόκκινης νύχτας», που είχαν κυκλοφορήσει δύο χρόνια νωρίτερα. Ηταν η πρώτη έκδοση. Κυματοδρομώντας αυτές τις ημέρες στο Διαδίκτυο διαπίστωσα ότι το αντίτυπό μου αξίζει σήμερα γύρω στα 500 δολάρια. Αλλά αν κάποιος τυχερός έχει αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του «Γυμνού γεύματος», που κυκλοφόρησε το 1959 στο Παρίσι από τον βραχύβιο και σχεδόν λαθρόβιο οίκο Olympia Press, αυτό αξίζει πάνω από 20.000 δολάρια. Το βιβλίο (σημαδιακό όσο και το «Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ για τη γενιά των Μπιτ), που θεωρήθηκε άσεμνο και βλάσφημο, έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να κυκλοφορήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το απόβραδο, όμως, εκείνο άλλα σκεφτόμουν. Ο Μπάροουζ ανέπτυξε την τεχνική του λεγόμενου cut-up, ένα είδος κολάζ, όπου μπορεί κανείς να αναδιευθετεί ένα κείμενο με πολλούς τρόπους. Την τεχνική αυτή την είδε να εφαρμόζεται πρώτη φορά από τον βρετανό φίλο του, ποιητή και ζωγράφο, Μπράιον Γκίζιν, στο Παρίσι. Αλλά ο Γκίζιν υπήρξε πολύ νωρίτερα, στο Παρίσι του Μεσοπολέμου, φίλος και με τον Κάλας, ο οποίος τον σύστησε στους υπερρεαλιστές. Αλλωστε, το εξώφυλλο στο «Confound the Wise» (1942), το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε ο Κάλας στα αγγλικά, είναι του Γκίζιν. Δυστυχώς, το βιβλίο αυτό του Κάλας δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά – και δεν είναι το μόνο.

Από το Μιζούρι στο Μαρόκο

Λεπτός, οστεώδης, γραβατοφορεμένος, ο άνθρωπος απέναντί μου, αν δεν ήξερες τίποτε για τη θυελλώδη ζωή του και το έργο του, σου έδινε την εντύπωση πως θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα στέλεχος επιχείρησης ή κάποιος μεσοαστός και όχι μια από τις εμβληματικότερες μορφές της διεθνούς πρωτοπορίας. Ο ριζοσπάστης και ο ανατροπέας, όμως, δεν έχει ανάγκη να παριστάνει με την εξωτερική του εμφάνιση απολύτως τίποτε. Τα αποδεικνύει με τη ζωή και το έργο του – και όχι, βεβαίως, για την κοινωνία και τους άλλους, αλλά πρωτίστως για τον εαυτό του.

Αυτός ο γόνος εύπορης οικογένειας από το Σεντ Λούις του Μιζούρι, που σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία και Ανθρωπολογία στο Χάρβαρντ και αποφοίτησε το 1936 μετ’ επαίνων, από πολύ νωρίς πήρε την απόφαση να ζήσει έξω από το σύστημα. Να κάνει πλήθος περιστασιακά επαγγέλματα, από δημοσιογράφος και μπάρμαν μέχρι απολυμαντής και εργάτης σε εργοστάσιο. Να ζήσει εκτός ΗΠΑ, στο Μεξικό, στο Μαρόκο και στο Παρίσι, να γνωρίσει και να σχετιστεί όχι μόνο με τη γενιά των Μπιτ (της οποίας, κατά τη γνώμη μου, ήταν ο σημαντικότερος εκπρόσωπος), αλλά και με πλήθος από άτομα της λεγόμενης υποκοινωνίας: ναρκομανείς, πορτοφολάδες, μαύρα πρόβατα κάθε λογής.

Ο ίδιος μπαινόβγαινε στον κόσμο των ναρκωτικών όλη του ζωή, κι όμως κατάφερε να ζήσει 83 χρόνια. Ηξερε το θέμα σε βάθος και είχε απίστευτες ιατρικές γνώσεις. Εχοντας δοκιμάσει τα πάντα – μαριχουάνα, όπιο, μεσκαλίνη, ηρωίνη, LSD -, ρύθμιζε με ακρίβεια την καθημερινή ζωή του, εκτός από τα βράδια, και διέθετε ένα απίστευτο αρχείο που διατηρούσε σε απαράμιλλη τάξη. Δημιουργούσε φακέλους για όλους τους χαρακτήρες των βιβλίων του, στα πρότυπα των φακέλων της αστυνομίας, όπως έλεγε χλευαστικά. Πίστευε στη συνεργασία της επιστήμης με τη δημιουργική φαντασία και ισχυριζόταν ότι στο μέλλον οι επιστήμονες θα έπρεπε να είναι πιο δημιουργικοί και οι δημιουργοί καλύτερα καταρτισμένοι επιστημονικά.

Ως συγγραφέας ήταν εξαίρετος παρατηρητής – από πεποίθηση. Ταξίδευε πολύ γιατί πίστευε πως διευρύνοντας τον χώρο όπου κινούνταν ο ίδιος θα ανακάλυπτε νέες διαστάσεις στους χαρακτήρες του. Οι εικόνες που βλέπουμε, έλεγε, ανατρέπουν την αριστοτελική διαδοχή των γεγονότων και αλλάζουν την ίδια τη συνείδηση. Οταν σκεπτόμαστε κάτι, σκεπτόμαστε συνήθως το πριν και το μετά, αλλά την ίδια στιγμή, αν κοιτάξουμε έξω από το παράθυρο, μια αιφνίδια εικόνα είναι ικανή να ανατρέψει αυτή τη διαδοχή. Ο βίος έτσι γίνεται κολάζ, γιατί η ζωή η ίδια δεν είναι παρά ένα cut-up. Για τούτο και έγραφε έχοντας δεδομένες τρεις προϋποθέσεις: όσα σκεπτόταν, τις μνήμες που ανακαλούσαν οι σκέψεις του και τα αποσπάσματα που τον ενδιέφεραν από τα βιβλία τα οποία διάβαζε και κουβαλούσε μαζί του.

Εβλεπε επίσης πολλή τηλεόραση – σε αντίθεση με τους περισσότερους συγγραφείς που την απεχθάνονται και την εξορκίζουν. Η τηλεόραση είναι και αυτή ένα είδος cut-up, ισχυριζόταν, ένα μέσον το οποίο συμβάλλει στο να κατανοήσουμε όχι μόνον την αποσπασματικότητα, αλλά και την εγκληματική φύση της εποχής μας.

Μπάροουζ εναντίον Καπότε

Ο Μπάροουζ προτιμούσε πάντοτε να ταξιδεύει είτε με πλοίο είτε με τρένο. Πρωτίστως για να μπορεί να αντλεί εικόνες. Αντιπαθούσε το αεροπλάνο. Αν κατά τη διάρκεια μιας πτήσης «σπάσει ένα φτερό, θα στραφώ γύρω μου να δω με ποιον θα πεθάνω παρέα» έλεγε με το σαρκαστικό χιούμορ του. Τον διαβάζεις και σου φαίνεται ότι ακούς μια νεκρική φωνή που μπορεί να σε κάνει να πεθάνεις στα γέλια, καθώς παρατηρούσε ο Νόρμαν Μέιλερ, ο οποίος θεωρούσε τον Μπάροουζ τον πιο ταλαντούχο συγγραφέα της εποχής του.

Ο ρηξικέλευθος πεζογράφος, αλλά και εξαίρετος ζωγράφος και φωτογράφος, ο ανατροπέας, ο αναρχικός, ο ιδιοφυής – όπως και αν τον ονομάσει κανείς – απεχθανόταν την κοινοτοπία, τη διπλοπροσωπία και τον κομφορμισμό. Οταν κυκλοφόρησαν μετά θάνατον οι επιστολές του, περιελάμβαναν και μία που είχε στείλει το 1970 στον Τρούμαν Καπότε με αφορμή το μυθιστόρημα «Εν ψυχρώ» του τελευταίου και τη στάση που είχε κρατήσει έναντι των πρωταγωνιστών του.

Η ευθύτητα και η οξύτητα της επιστολής του Μπάροουζ είναι εντυπωσιακές: «Πρόδωσες και ξεπούλησες το ταλέντο σου» του γράφει. «Απόλαυσε τα βρώμικα λεφτά σου. Δεν θα γράψεις ποτέ ούτε μια αράδα πάνω από το επίπεδο του “Εν ψυχρώ”. Ως συγγραφέας έχεις ξοφλήσει».

Σκοτώνοντας τη γυναίκα του

Ο Μπάροουζ ταξίδευε με τον δικό του τρόπο στον χρόνο, που τον αξιολογούσε με βάση την ποιότητα των ημερών, γι’ αυτό και θεωρούσε τα ημερολόγια των Μάγιας τα καλύτερα, αφού σηματοδοτούν τα αισθήματα – και ό,τι παραπέμπει στα αισθήματα συνιστά και την καλύτερη μορφή ελέγχου του χρόνου. Οταν, σύμφωνα με τα ημερολόγια των Μάγιας, γνωρίζεις ποια ημέρα είναι τυχερή και ποια όχι, δίνεις στον χρόνο το πραγματικό του περιεχόμενο.

Κάπως έτσι μετέφραζε και τις μονομαχίες με πιστόλια στο Φαρ Ουέστ. Οτι ήταν ένα είδος διαγωνισμού τύπου ζεν, ένας πνευματικός, στην ουσία, διαγωνισμός. Την ιδέα αυτή την ανέπτυξε στο Μεξικό, όταν ζούσε με τη σύζυγό του, Τζόαν Βόλμερ, σε μια χώρα στην οποία οπλοφορούσαν οι εννιά στους δέκα και όπου σε ένα μπαρ μπορούσαν να σε πυροβολήσουν για ψύλλου πήδημα. Εκείνη την εποχή είχε και εκείνος ένα ρεβόλβερ, το οποίο, καθώς έλεγε, σκόπευε να πουλήσει σε κάποιον φίλο του. Η ιστορία που μας έχει παραδοθεί – αν και ο ίδιος την έχει διαψεύσει – είναι πως το 1951 έβαλε μια μέρα τη γυναίκα του να σταθεί όρθια και τοποθέτησε επάνω στο κεφάλι της ένα ποτήρι σαμπάνια. Επειτα, από απόσταση τριών μέτρων, ως σύγχρονος Γουλιέλμος Τέλος, σήκωσε το ρεβόλβερ του, σημάδεψε το ποτήρι και πυροβόλησε. Η σφαίρα βρήκε τη Βόλμερ στο μέσον του μετώπου.

Το περιστατικό στοίχειωσε τη μετέπειτα ζωή του. Οπως άλλωστε και ο θάνατος του γιου του, το 1981, από ναρκωτικά, εξαιτίας του οποίου ο Μπάροουζ επέστρεψε στην ηρωίνη.

Διαβάζοντας τις αμέτρητες συνεντεύξεις του, έπειτα από λίγο οδηγείσαι στο συμπέρασμα πως παρά τη θυελλώδη ζωή του ήταν ένας μοναχικός κατά βάση άνθρωπος, για τον οποίο η σιωπή οδηγούσε στον ύψιστο βαθμό αυτογνωσίας. Οταν βρισκόταν στην Ταγγέρη, ήταν τόσο βαθιά στην ηρωίνη, που περνούσε ώρες ατελείωτες εν σιωπή, κοιτάζοντας μόνο τα δάχτυλα των ποδιών του. Και τότε πήρε την απόφαση να μπει σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης.

Αλλά ο Μπάροουζ μπαινόβγαινε στον κόσμο των ναρκωτικών όπως μπαινοβγαίνει κανείς από τον κόσμο της πραγματικότητας στον κόσμο της φαντασίας, όπου μεταμορφώνονται και κάποτε παραμορφώνονται ο χώρος και ο χρόνος. Και δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη του πόσο μοναχικός ήταν αυτός ο ανατροπέας από τα ίδια του τα λόγια, όπως καταγράφονται στη συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό «Paris Review» το 1965. Στην ερώτηση αν θα συνέχιζε να γράφει σε περίπτωση που βρισκόταν μόνος σε ένα έρημο νησί, γνωρίζοντας ότι αυτά που έγραφε δεν θα τα διάβαζε κανείς, απάντησε: «Η απάντησή μου είναι εμφατική: Ναι, θα συνέχιζα να γράφω για να έχω συντροφιά. Επειδή δημιουργώ έναν κόσμο φανταστικό – πάντοτε είναι φανταστικός – όπου θα μου άρεσε να ζω».

Πρωτοπόρος και μοναχικός

Τι σημαίνουν τα 100 χρόνια από τη γέννηση ενός πρωτοπόρου συγγραφέα, αν τα βιβλία του δεν διαβάζονται; Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, ωστόσο, διαβάζεται με ενδιαφέρον ακόμη μεγαλύτερο, θα έλεγα, από ό,τι στον καιρό του. Αυτό που εκείνη την εποχή εθεωρείτο «αντικουλτούρα» (ό,τι και αν σήμαινε η λέξη) δεν έχει σήμερα περιθωριακό χαρακτήρα. Το κυβερνοπάνκ, για παράδειγμα, έλκει την καταγωγή του από τον Μπάροουζ, και ο Ουίλιαμ Γκίμπσον, ο οποίος εισήγαγε τον όρο «κυβερνοχώρος» στο μυθιστόρημά του «Νευρομάντης», βγαίνει κατευθείαν από τον συγγραφέα του «Γυμνού γεύματος» και των «Πολιτειών της νύχτας». Η περίφημη αρχή του μυθιστορήματος του Γκίμπσον «Ο ουρανός είχε το χρώμα της τηλεόρασης όταν είναι συντονισμένη σε ένα κανάλι που δεν εκπέμπει» μοιάζει να έχει αποσπαστεί από το έργο εκείνου του σπουδαίου συγγραφέα. Σκεφθείτε τους ιούς των ηλεκτρονικών υπολογιστών και ανατρέξτε σε όσα γράφει για τα μικρόβια του Διαστήματος ο Μπάροουζ. Ή την κλωνοποίηση και συγκρίνετέ την με το τι έλεγε για τη βιολογία.

Η σχέση του με τα ναρκωτικά και η αμφισεξουαλικότητά του ξεπερνούν κατά πολύ το θέμα της εξάρτησης. Μέσα από την εξάρτηση ο Μπάροουζ ερευνά το περιεχόμενο της συνείδησης και της εξουσίας σε μια εγκληματική εποχή. Ναρκωτικό είναι η εξουσία σε όλες τις μορφές της, ακόμη και του απλού αστυφύλακα. Ο ίδιος δεν θεωρούσε πως ήταν ένας παράνομος της κουλτούρας ή της κοινωνίας. Η βιογραφία του από τον φίλο του Τεντ Μόργκαν με τίτλο «Literary Outlaw» (Ο επικηρυγμένος της λογοτεχνίας) δεν του άρεσε καθόλου, την έβρισκε απαίσια, αλλά είναι διαφωτιστική της προσωπικότητας, της ζωής και του έργου του.

Ενας άνθρωπος με τόσο συναρπαστική ζωή δεν είναι δυνατό να μην έχει βιογραφία. Ο αναγνώστης, όμως, δεν πρέπει να ξεκινά από εκεί, αλλά από το ίδιο το έργο. Αλλιώς τα γεγονότα της ζωής μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να περιορίζουν και στη χειρότερη να παραμορφώνουν, αν αγνοεί κανείς τη μεταφορική τους σημασία, το περιεχόμενο μιας δημιουργίας στην οποία η φαντασία αποτελεί το κυριότερο γνώρισμά της, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του συγγραφέα.

Αλλά ο θρύλος του Μπάροουζ, του συγγραφέα που βουλιάζοντας στη δίνη του υποσυνειδήτου θα δημιουργούσε πλήθος από περσόνες του εαυτού του μέσω των εξωφρενικών ηρώων του, όσο πάει και μεγαλώνει. Δεν υπάρχουν πλέον στον αγγλόφωνο – και όχι μόνο – κόσμο συγγραφείς της δικής του κλάσης και πρωτοτυπίας. Και δεν είναι τυχαίο ότι κάποια άλλη βιογραφία του, από τον Μπάρι Μάιλς, φέρει ως τίτλο μια παραλλαγή της περίφημης πρώτης φράσης από τον «Μόμπι Ντικ», το μεγάλο μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ: «Λέγε με Μπάροουζ», κατά το «Λέγε με Ισμαήλ» του Μέλβιλ.

Ο Μπάροουζ άρχισε να γίνεται γνωστός στην Ελλάδα κάπως αργά, αλλά σήμερα κυκλοφορεί στη γλώσσα μας το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος του έργου του – και σε καλές μεταφράσεις. Και έχει φανατικούς και πολυπληθείς αναγνώστες.

Ο Αναστάσης Βιστωνίτης είναι συγγραφέας και συντάκτης.

Το τελευταίο βιβλίο του, «Οι μηχανές της Ιστορίας», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ολκός.

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  19/02/2014