Κοινοποιησεις
 
Ποιος τρελός θα ‘νοιωθε
Τα μάγουλα να καίνε
Από το χιόνι;
Θα του ‘δινε όνομα,
Θα του ‘δινε στήθια, χαρακτηριστικά,
Γυμνά μέλη;
Θα τ’ ονομάτιζε
Γυναίκα;
( Θα τανε τότε σίγουρα
Τρελός.)
 
Και δες την πως,
Ζεσταίνετ’ απ’ το κρύο,
Πηγαίνει πάνω στα κεφάλια
Των υπάρξεων
Που τα κεφάλια γέρνουνε
Στο χώμα;
 
Θα δει τον οίκτο
Των ματιών της,
Εκείνο το βλέμμα , τώρα επάνω
Τώρα κάτω,
Στο γύρισμα του ανέμου
Και στο γύρισμα
Των παγωμένων των μυαλών
Αγγίζει –
Ακίνητη — ταραγμένη;
 
Σας ρωτώ –
Σας ρωτώ, ω συμπολίτες μου,
Τι τρέλα είν’ αυτό;
 
Άραγε θα ξεχνούσε
Την όψη
της μητέρας του και
Της γυναίκας του
Γι’ αυτήνε; —
Έγινε η καρδιά του
Πάγος
Που δεν θα μαλακώσει;
 
Τι!
Τι θα βλεπε κάτι πιο όμορφο
Από ‘ να κοριτσόπουλο
Του γυμνασίου
Πο ‘χει της Αφροδίτης
Την κοψιά
Όρθια να στέκεται γυμνή –
Γυμνή μεσ’ τον αέρα;
 
Πέφτει το χιόνι κι
ε σ ύ  ε κ ε ί — π ά ν ω περιμένεις.
 
(Απόδοση: Νεοκλής Κυριάκου)