Κοινοποιησεις

O καπετάν Κατσιά από τα Σφακιά στην Κρητική Αντίσταση

Η σημασία της Κρητικής ενδυμασίας

Το σαρίκι με τα δακρυσμένα κρόσσια του Κρητικού, έδειχνε τη θλίψη των Κρητικών για τα πολλά χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Και το μαχαίρι, ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της φορεσιάς.
Το μαχαίρι στη γυναικεία φορεσιά, δήλωνε γυναίκα δεσμευμένη, (αρραβωνιασμένη ή παντρεμένη.)
Το μαχαίρι που φορούσαν, ήταν χάρισμα- δώρο του άντρα προς τη σύζυγο και ήταν μικρότερο αλλά όμοιο σχέδιο με του ανδρός.
Το μαχαίρι των ανδρών που βρισκόταν πάντα στην ζώνη της καθημερινής φορεσιάς τους, έδειχνε την κοινωνική και την οικονομική τους θέση στο τόπο που ζούσαν.

Η ιστορία του μαύρου πουκαμίσου, ξεκινάει από τα Σφακιά, στα τέλη του 17ου αιώνα.
Το μαύρο πουκάμισο, το φορούσαν οι συγγενείς του νεκρού για να δείξουν τη θλίψη τους αλλά και για να δηλώσουν την «υπόσχεσή» τους για εκδίκηση. 
Όταν έπρατταν την υπόσχεση, τότε και μόνο τότε έβγαζαν και το μαύρο πουκάμισο.



Το εμβληματικό «μαύρο πουκάμισο»  έγινε επίσημο   ως καθημερινό ένδυμα των απανταχού Κρητών το 1936, όταν πέθανε ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Η Κρητική φορεσιά των γυναικών, περιείχε ενδυμασίες φτιαγμένες από πολυτελή υφάσματα και φορώντας τα, συνήθιζαν να στολίζουν τα μαλλιά τους με  κομψοτεχνήματα από πολύτιμους λίθους.
Όμως οι κατακτητές Ενετοί και Τούρκοι με τη σειρά τους, λογόκριναν αυτές τις φορεσιές, νομοθέτησαν και τις απαγόρευσαν.
Από το νόμο περί ενδυμασίας, δε ξέφυγαν ούτε οι άντρες Κρητικοί, στους οποίους απαγορεύτηκε να φορούν βελούδινα ρούχα με χρυσά κεντήματα.
Μάλιστα, για να γίνουν σαφείς και αποτελεσματικοί, το 1394 επέβαλαν τους φόρους των εισαγόμενων υφασμάτων στο νησί.

Μικρό παιδί με την κρητική φορεσιά πουλάει κουλούρια στο Χάνδακα.

Για την ιστορία:

Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης το 961 από τους Σαρακηνούς και με τους νέους κατακτητές τους Ενετούς, οι φορεσιές των Κρητικών αποκτούν σιγά, σιγά ένα πιο ξενόφερτο χαρακτήρα.
Οι γυναίκες, υιοθετούν τα φορέματα cotehardie, (φόρεμα μακρύ και μονοκόμματο, με τέλεια εφαρμογή στο σημεία του στήθους και των γοφών, για να τονίζονται καλύτερα οι θηλυκές καμπύλες, τετράγωνο άνοιγμα στο λαιμό και μανίκια μέχρι των αγκώνα, για να δείχνουν έτσι πιο θελκτικές μα και πιο όμορφες..
Τα ψηλά τσόκαρα που φορούσαν, ονομαζόταν calcagnetti και που για να ισορροπήσουν οι κυρίες, θα έπρεπε να συνοδεύονται υποβασταζόμενες από δύο υπηρέτριες.
Οι άντρες από την άλλη, επέλεξαν να φορούν κοντά ρούχα που έφταναν περίπου ως το γόνατο.
Λέγεται ότι τα κοπέλια υιοθέτησαν αυτό το είδος βράκας από τους Αλγερινούς πειρατές, που εκείνη την περίοδο κυριαρχούσαν κι έσπερναν το τρόμο σ’ ολόκληρη την Μεσόγειο.

Όταν το 1669 η Κρήτη καταλαμβάνεται από την πανίσχυρη τότε Οθωμανική αυτοκρατορία, λογοκρίνεται και νομοθετείται εκ νέου η ενδυμασία των Κρητικών.
Οι εκ νέου κατακτητές, εισάγουν υφάσματα από τις μουσουλμανικές περιοχές και μετά από αυτό, οι Κρητικοί έχουν στη διάθεσή τους να επιλέξουν ανάμεσα σε άλλα… μεταξωτά, ταφτάδες, δέρμα.
Οι γυναίκες επιλέγουν να ράψουν χρυσοκέντητο γιλέκο, να το συνδυάσουν με λευκό μεταξωτό πουκάμισο, φαρδιά ζώνη και μαντήλι..
Οι άνδρες καθιερώνουν την βράκα και το συνδυάζουν με το λευκό πουκάμισο, τη ζώνη με το μαντήλι, το φέσι, το γιλέκο και τα στιβάνια.

Μετά ο Κιαμίλ Αχμέτ Πασάς, διοικητής του Χάνδακα, βάζει κανόνες στην ενδυμασία.
Απαγορεύει τα χρώματα κόκκινο και λευκό στα σαρίκια κι επιβάλλει στους άνδρες να φορούν βράκες μπλε ή μαύρου χρώματος και τα κόκκινα παπούτσια.

Σημειώνεται  τα στιβάνια των Κρητών μέχρι τότε ήταν μαύρου, κόκκινου αλλά και άσπρου χρώματος.
Τα άσπρα στιβάνια, συνέχισαν να τα  φορούν οι ανυπάκουοι άνδρες ως ένδειξη αντίστασης, χαρακτηριστικό των καπετάνιων της εποχής.

Χορός

..καμαρώναμε, νά κατεβαίνουν άπό τά βουνά, μέ τις φουφοϋλες βράκες τους, μέ τ’ άσπρα στιβάνια τους, μέ το μαυρομάνικο παραχωμένο στη ζώνη, οι γέροι καπεταναίοι, σαν άγαθά θεριά, και νά κυκλοφορούν στα στενά σοκάκια του Μεγάλου Κάστρου» κι ο θεός σα Κρητικός «φορούσε κι αυτός φουφούλα βράκα, κρατούσε κι αυτός μαχαίρι κι έφερνε γύρα το Κάστρο».

Νίκος Καζαντζάκης, στο βιβλίο του «Καπετάν Μιχάλης»

 

Προηγούμενο άρθροPrisoners (2013)
Επόμενο άρθροΜΕ ΧΙΛΙΑ ΜΑΤΙΑ ΘΑ ΣΕ ΔΩ, ΜΕ ΧΙΛΙΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΘΑ ΣΕ ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΙΣΩ | Larry Cool
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Μένει στα Εξάρχεια. Ζει στον πλανήτη του. Βλέπει φωτογραφικά (κυρίως ασπρόμαυρα) Γνωρίστηκε με τη φωτογραφία τον προηγούμενο αιώνα. Αγαπά τον Φρίντριχ Νίτσε για το "Η αισθητική είναι ανώτερη της ηθικής". Αγαπά τη λέξη ελευθερία και το ασπρόμαυρο πορτραίτο. Τα καρέ του Ντίνου Διαμαντόπουλου και τον Helmut Newton, εμμονικά. Συμφωνεί πώς ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα, εκτός από το ουίσκι. Κι ότι κανείς δεν μπορεί να ξεγελάσει το θάνατο, παρά μόνο η ζωή. Είναι πεπεισμένος πώς η ζωή του είναι βασισμένη σε πραγματική ιστορία και πώς ο γιαλός είναι στραβός.