Κοινοποιησεις

Μπορεί και να ξεκίνησε κάπως έτσι με μια ηχώ από το υπόγειο, δε θυμάμαι ακριβώς. Κάποιος όλο το βράδυ έβηχε από τον 11ο όροφο. Σταματούσε μόνο για ένα σχεδόν δευτερόλεπτο κι έπειτα σαν να έπνιγε τις ανάσες του. Σκαρφάλωσα από το φωταγωγό με τα έξι μου πόδια μέχρι τη κουζίνα του. Το μόνο που κατάλαβα με τις κεραίες μου ήταν πως προσπαθούσε να πνίξει, με τα χέρια του τους πνεύμονές του. Η τηλεόραση έπαιζε παράσιτα. Ίσως οι, από χρόνια, νεκροί να του μιλούσαν έτσι. Στο τέλος το ταβάνι έγινε μια παραφωνία, έβγαλε τη καρδιά του μ’ ευκολία και τη τοποθέτησε στη κατάψυξη για να έχουν να φάνε κάποια στιγμή οι επισκέπτες του όταν εκείνος θα λείπει. Άνοιξε το παράθυρο, περπάτησε για λίγο σκεπτικός, έπειτα ανέβηκε στο περβάζι. Ένα πεινασμένο σκουπιδιάρικο έσπασε τα κόκκαλα του κι οι σάρκες του ζωγράφισαν, στα πλευρά του τροχοφόρου, τη λέξη ”φεύγω” . Ύστερα έστριψε για νέο δρομολόγιο χωνεύοντας κι οι οδοκαθαριστές σκούπισαν από το πρόσωπό τους τη σκουριά κοιτάζοντας την ώρα που πέρασε. Εδώ το ρολόι έμεινε μετέωρο ανάμεσα στο ”παρά πέντε” και το ”ακριβώς” και μπορεί αυτό να μην είχε καμία σημασία αλλά γυρνώντας πίσω δεν ήξερα σε ποιό τετράγωνο πλακάκι να βαδίσω. Άσπρο ή μαύρο ; έτσι κι αλλιώς τα πιόνια έχουν ένα σκοπό! Μόνο μπροστά να πηγαίνουν στο χαμό τους, στη πρώτη επιλογή για να θυσιαστούν. Τα μαλλιά μου έχουν ασπρίσει και φοβάμαι μη γίνει λευκό κελί το μυαλό, γιατί νοιώθω τα χέρια μου δεμένα, κολλημένα πάνω μου και το φαγητό που μου φέρνει ο δεσμοφύλακας έχει κάτι το περίεργο. Ίσως φταίει και το αλάτι. Με τόσους που έχουν πνιγεί στο Αιγαίο μου φέρνει κάτι το ανθρώπινο στο στόμα. Δεν κατάφερα ούτε μπουκιά να καταπιώ. Βήματα πλησίαζαν φωνάζοντας τον αριθμό μου και κάποιος άφησε ένα σημείωμα κάτω από τη πόρτα που έλεγε «οριενό ςιεπέλΒ». ‘Εκτοτε μου είπαν πως είμαι ελεύθερος να πραγματοποιήσω τα θέλω μου και να ζήσω ανάμεσα στους ανθρώπους. Προτίμησα να κατέβω τις σκάλες. Τ΄ασθενοφόρα έφερναν συνεχώς καινούρια περιστατικά, έκαναν πολύ φασαρία και τ’ αυτιά μου μάτωσαν από τις λέξεις και τους όρκους και τις γαμημένες υποσχέσεις που οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να προδίδουν. Ποιο ” σ’ αγαπώ” ; Δεν ανατρίχιασα καν στην ιδέα του. Στο νεκροτομείο έχει ησυχία τουλάχιστον, κανένας δεν πρόκειται να το πει. Ίσως και να το πίστεψαν κάποια στιγμή. Γι αυτό και να βρίσκονται εδώ. Αν είχα σώας τας φρένας μπορεί στη κοιλιά της μητέρας μου να έτρωγα τον ομφάλιο λώρο μου κι έτσι να γλίτωνα τις ”π” φορές που προσπάθησα να θυμηθώ τί με κράτησε ζωντανό αλλά τώρα ένας σύντροφος λέει πως έρχονται, θολώνει η αντιασφυξιογόνα μάσκα μου και τα στενά έχουν γεμίσει από μηχανικά πράσινα τέρατα. Δεν έχουν στόματα, μονάχα ένα μεγάλο κενό στο στήθος, η γενετική έχει προχωρήσει τόσο που φτιάχνουν ανθρώπους χωρίς φλεβοκομβικό ρυθμό. Μα πώς γίνεται; Ίσως πάλι να μετράω αντίστροφα και να μην είμαι εδώ. Μόνο ξέρω πως έχω αργήσει. ή μ’ έχουν ξεχάσει; Οι σειρήνες ουρλιάζουν ξαφνικά, χτυπάει συναγερμός σ’ όλο το κτίριο, νομίζω πως έχει πιάσει φωτιά. Λάθος. Οι τρελοί το έσκασαν κι ετοιμάζονται να εκδικηθούν για όλες τις πραγματικότητες, που μπούκωσαν το στόμα τους με ψυχοφάρμακα δείχνοντάς τους ποιά είναι η κανονικότητα. Μπαίνουν στα σουπερ μάρκετ και μακελεύουν τους καταναλωτές, δαγκώνουν τους λαιμούς από τους περαστικούς, γραπώνονται από τις φωνητικές χορδές για να μη μπορέσουν να μιλήσουν ξανά, ένα παιδί φοράει στο λαιμό του ένα σχοινί από μια απλώστρα και κρεμιέται στο μεγάλο ανεμιστήρα στη κεντρική αίθουσα, ενώ γυρίζει ανέμελα γελάει, γελάει μέχρι να… μην είναι πια αστείο και γυρνάει το βλέμμα του σε αυτό το άσπρο το ανάποδο που κανείς δε δακρύζει. [ Δεν έχει νανούρισμα απόψε φίλε. Συνήθισες! ] Νομίζω πως οι γύρω μου έχουν ράψει τα γεννητικά τους όργανα στο στόμα και λένε όλα όσα χρειάζονται να πουν μέχρι να χύσουν. Εγώ λέω πως δεν είναι έτσι αλλά μάλλον έχουμε ξεμείνει στην άκρη του δρόμου με τα εντόσθια μας πεταμένα, χτυπημένα αδέσποτα που δεν δίνει κανείς σημασία. Θέλω να πω πως δεν βγαίνει νόημα, τίποτα δεν έχει νόημα, κλείνω το παράθυρο από το φωταγωγό, μυρίζω κάτι καμένο, μπορεί να φταίει που άφησα το χέρι μου πάνω στο αναμμένο μάτι της κουζίνας για να μην έχω αποτυπώματα πια, να μην μπορέσω να θυμηθώ, να μη μπορέσω να ΣΕ θυμηθώ. Μόνο ένα τυφλό σκυλί υπάρχει που γρυλίζει έξω από το παράθυρο και λέει πως είναι εννέα παρά τέταρτο, Φλεβάρης κάποιου σωτήριου έτους κι εσύ ψάχνεις νέους τρόπους για να πεις πως δεν θα έρθεις τελικά. Λες να φταίω κι εγώ ;