Στην πόλη που δεν είναι η αγάπη αμαρτία.

Στην πόλη που τα κορίτσια φιλιούνται απαρτία.

Στην πόλη που ένα αγόρι φιλά ένα άλλο κι από έρωτα ερυθριά.

Στην άναρχη καρδιά των Εξαρχείων κάποιος έβαλε πάλι φωτιά στον κάδο.

Έριξε μέσα στερεότυπα, ταμπού, βίαιους παραδοσιακούς αφορισμούς, γονεϊκούς παροξυσμούς, δαχτυλοαφορισμούς, ηθικοπλαστικές χαριτομενιές, ηλίθια πρέπει.

Ό,τι σκατά μπορείς να φανταστείς ότι σου κληρονομεί η κοινωνία και το σόϊ.

Ό,τι οδηγία μπορείς να φανταστείς ό,τι σου συνταγογραφούν για να σε στρατολογήσουν ‘’σώη’’.

Δύο κοπέλες με μάτια κλειστά φιλιούνται σ’ έναν τοίχο της Εμμανουήλ Μπενάκη.

Έχουν σχεδόν καθηλωθεί, δε λένε να φύγουν κανένα βράδυ.

Έχω την αίσθηση ότι τα μάτια δεν τα κλείνουν από ντροπή, αλλά επειδή γουστάρουν σφόδρα -και μέσα από τη φόδρα- η μια την άλλη.

Βλέπω τους γέρους να κυκλοφορούν με ιδρωμένες σακούλες στ’ αστικά και με πιάνει η ψυχή μου.

Που τους πιάνει η δική τους, όταν ο Γιάννης ιδρώνει στην ουσία με τον Γιώργο.

Βλέπω οικογένειες ν’ ανακόπτουν ευτυχίες παιδιών, γιατί οι ίδιοι έχουν να κάνουν σεξ από τον περσινό Μάη.

Η Βάσια μυρίζει το λαιμό της Νατάσσας και κόβει το λαιμό της να της δώσει ένα φιλί.

Έχει ελέγξει όλο το τετράγωνο, τώρα δεν περνάει κανείς.

ΒΑΣΙΑ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΣΕ ΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΚΑΙ ΜΗ Σ’ ΑΠΑΣΧΟΛΕΙ ΚΑΝΕΙΣ.

Οι νερατζιές δεν είναι κρυψώνα, είναι γιορτή.

Φίλα την κι άστην ν’ ανθίσει.