Αρχική ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ οι ξυπόλητες μιας πόλης

οι ξυπόλητες μιας πόλης

του Λάμπρου Σκουζάκη

Κοινοποιησεις

του Λάμπρου Σκουζάκη

Οι ξυπόλητες μιας Πόλης
Όπου ο εγκυ­κλο­παι­δι­στής των γυ­μνών πο­διών ανα­ζη­τά την Ηλέ­κτρα στην
Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, στους βυ­ζα­ντι­νούς να­ούς που ανα­στη­λώ­νει, ελ­πί­ζο­ντας να
συ­νε­χί­σει την ερω­τι­κή τους μυ­θι­στο­ρία, που άρ­χι­σε στα δέ­κα τους
έναν πα­ρα­θε­ρι­στι­κό Αύ­γου­στο στο Λου­τρά­κι και συ­νε­χί­στη­κε ανά
τις δε­κα­ε­τί­ες δια­σκορ­πι­σμέ­νος έναν Απρί­λιο στην Κυ­ψέ­λη,
έναν Μάιο στην Θεσ­σα­λο­νί­κη κι έναν Ιού­νιο στην Γαύ­δο.

_______________________________________________________________________

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών {Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος}

Μυ­ρε­λαιού­σες: υψι­πε­τείς των κλι­μά­κων

Ξε­κί­νη­σα την ανα­ζή­τη­ση της Ηλέ­κτρας στην αλ­λο­τι­νή Μο­νή Μυ­ρε­λαί­ου που
εί­χε αλ­λά­ξει το όνο­μά της σε Bodrum Camii· βρι­σκό­ταν σε
πε­ριο­χή με εμπο­ρι­κά κα­τα­στή­μα­τα μο­ντέρ­νων ρού­χων αλ­λά δεν
την γνώ­ρι­ζε κα­νείς από τους πε­ρα­στι­κούς.
Ξε­πρό­βαλ­λε ανά­με­σα σε δυο μπου­τίκ, πιο πί­σω και ψη­λό­τε­ρα και
για λί­γα λε­πτά, κα­θώς ο ήλιος έκρυ­ψε τα γκρί­ζα σύν­νε­φα,
ο να­ός έμοια­ζε να ανα­δύ­ε­ται ψη­λά από το έδα­φος.
Πί­σω του ορι­στι­κά και αμε­τά­κλη­τα υψω­νό­ταν η πί­σω
όψη μιας πα­λιάς, κι­τρι­νι­σμέ­νης πο­λυ­κα­τοι­κί­ας· οι εξω­τε­ρι­κές στρι­φο­γυ­ρι­στές
σκά­λες μου υπεν­θύ­μι­σαν για άλ­λη μια φο­ρά την «ψη­λό­τε­ρη» θέ­ση
της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας σε σχέ­ση με την Ιστο­ρία ή μια συμ­φι­λί­ω­ση
του τε­τριμ­μέ­νου με το θαυ­μα­στό.
Εκεί εί­δα μια νέα γυ­ναί­κα να ανε­βαί­νει με σύ­νερ­γα κα­θα­ρι­σμού
προς το τε­λευ­ταίο όρο­φο.
Πα­ρά την από­στα­ση και το κα­μου­φλά­ρι­σμα των χρω­μα­τι­στών της ρού­χων,
ή, μάλ­λον, εξαι­τί­ας αυ­τών, διέ­κρι­να τα γυ­μνά της πό­δια.
Στο τε­λευ­ταίο σκα­λί κά­θι­σε κι έβα­λε το κε­φά­λι της μέ­σα
στα χέ­ρια.
Τη­λε­φω­νού­σε και σπά­ρα­ζε από απα­ντή­σεις που πρέ­πει να την άφη­ναν,
έτσι όπως βρι­σκό­ταν στην άκρη, δι­πλά ξε­κρέ­μα­στη.
Οι σύγ­χρο­νοι πό­νοι, σκέ­φτη­κα, δα­κρύ­ζο­νται απο­κλει­στι­κά στις μέ­σες
και τις άκρες των πο­λυ­κα­τοι­κιών που κρέ­μο­νται στο κε­νό,
κι όχι μπρο­στά στις εκ­κλη­σια­στι­κές ει­κό­νες ενός πέ­ρα κό­σμου που
στα­μά­τη­σε να πε­ρι­μέ­νει τους πι­στούς του.
Έτσι, ψη­λό­τε­ρα απ’ τον τρού­λο, που κά­πο­τε συμ­βό­λι­ζε την αρ­χή
του ου­ρα­νού ή την επι­κρά­τεια του Θε­ού, μια ξυ­πό­λη­τη γυ­ναί­κα
ήλ­πι­ζε να κα­τα­στεί η θεά κά­ποιου άλ­λου και αδια­φο­ρού­σε για
την θε­α­μα­τι­κή κά­το­ψη του να­ού, στο βλέμ­μα του οποί­ου με πα­ρέ­δι­δε,
που αι­σθάν­θη­κα αυ­στη­ρό ή γλυ­κό, επει­δή αφιέ­ρω­να πια την λα­τρεία
μου σε δί­δυ­μες θε­ό­τη­τες ισά­ριθ­μες με τον γυ­ναι­κείο πλη­θυ­σμό
όλων των επο­χών.
Ανα­ζη­τώ­ντας την εί­σο­δο έκα­να τον γύ­ρο του τε­τρα­γώ­νου και ανέ­βη­κα
σε άδειο ακά­λυ­πτο χώ­ρο, που ήταν και η τα­ρά­τσα των
κτη­ρί­ων από κά­τω.
Από εδώ απο­κτού­σε ξα­νά το κομ­ψό σώ­μα των με­σο­βυ­ζα­ντι­νών να­ών,
πι­θα­νώς για να πα­ρα­κο­λου­θεί την τα­πει­νό­τη­τα των γύ­ρω κα­τα­στη­μά­των: νε­ω­τε­ρι­σμοί, αθλη­τι­κές φόρ­μες, πε­ρού­κες.
Bukle Perucέγρα­φε μια τα­μπέ­λα, προ­τεί­νο­ντας πα­ραλ­λα­γές χτε­νι­σμά­των για κά­θε χρή­ση. Ανα­κου­φί­στη­κα με την ιδέα πως δεν θα υπάρ­ξει αντί­στοι­χο ανταλ­λα­κτι­κό
στα πό­δια, με κίν­δυ­νο να γνω­ρί­ζεις μια γυ­ναί­κα χά­ρη στα
πό­δια της και να μην εί­σαι σί­γου­ρος αν εί­ναι τα αλη­θι­νά.
Δί­πλα στην εί­σο­δο, ένα κα­τά­στη­μα με καλ­σόν ει­ρω­νευό­ταν μια συ­νύ­παρ­ξη:
η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα των νε­ω­τε­ρι­σμών δί­πλα στην αιω­νιό­τη­τα των μνη­μεί­ων.
Της αγό­ρα­σα ένα μαύ­ρο μάλ­λι­νο καλ­σόν με σχέ­δια που έφερ­ναν
προς σταυ­ρούς, βέ­βαιος πως θα γε­λού­σε κι εγώ θα τι­μού­σα
έστω κι έτσι την κρυ­φή μου λα­τρεία.
Ίσως πά­λι οι αντί­θε­τοι πό­λοι να με κα­θη­σύ­χα­ζαν πως όσο
νε­ω­τε­ρι­κοί εί­μα­στε άλ­λο τό­σο αρ­χαί­οι πα­ρα­μέ­νου­με: ένας άντρας σπεύ­δει να
ανα­ζη­τή­σει το δώ­ρο για μια γυ­ναί­κα, μό­νο και μό­νο για
την ψευ­δαί­σθη­ση ότι θα την ξα­να­δεί ή για το σκί­τσο
μιας ρυ­τί­δας που προ­δί­δει το χα­μό­γε­λο την στιγ­μή που το ξε­τυ­λί­γει.
Βγαί­νο­ντας χάι­δε­ψα εκεί­νο που θα τύ­λι­γε ζε­στά τα πό­δια της,
δο­κι­μά­ζο­ντας μια προ­βο­λή σ’ ένα μέλ­λον απ’ όπου θα απου­σί­α­ζα.
Εδώ τις προη­γού­με­νες δε­κα­ε­τί­ες συ­νυ­πήρ­χαν ερ­γα­στή­ρια, απο­στα­κτή­ρια,
χα­μάμ και απο­θή­κες, μέ­χρι που εγκα­τα­λεί­φθη­καν, αφή­νο­ντας την πε­ριο­χή
να με­τα­τρα­πεί σε σκου­πι­δό­το­πο, όπως μαρ­τυ­ρούν πα­λιές φω­το­γρα­φί­ες
του κού­φιου τό­τε να­ού.
Ανα­ρω­τή­θη­κα αν η Ηλέ­κτρα ερ­γα­ζό­ταν στα έγκα­τά του, όπου για αιώ­νες
στέ­γνω­νε μια κυ­κλι­κή κιν­στέρ­να και κρυ­βό­ταν το πα­λά­τι του Ρω­μα­νού
και μια «κά­τω εκ­κλη­σία».
Προ­χώ­ρη­σα σε μια ανή­λια­γη στοά, όπου διά­φο­ρα αναι­δή κα­τα­στή­μα­τα κρε­μού­σαν
φο­ρέ­μα­τα και πα­νω­φό­ρια στις εξω­τε­ρι­κές κο­λό­νες της εκ­κλη­σί­ας,
προ­κρί­νο­ντας πρό­σκαι­ρες, πλην προ­σφι­λείς, εμ­φα­νί­σεις αντί άλ­λων πνευ­μα­τι­κών
ανταλ­λαγ­μά­των.
Πέ­ρα­σα τις σκε­πα­στές βρύ­σες για την πλύ­ση των πο­διών και
κα­τέ­βη­κα στο υπό­γειο. Ερη­μιά και μια από­κο­σμη ησυ­χία.
Απλη­ρο­φό­ρη­τος δια­πί­στω­σα πως δεν ήμουν μό­νος.
Στο υπό­γειο του να­ού κοι­μό­ταν (γι’ αυ­τόν που θε­ω­ρεί τον
θά­να­το ύπνο αιώ­νιο ή πρό­σκαι­ρο ή απλά ακο­λου­θεί το λε­ξι­λό­γιο
των σχε­τι­κών επι­γρα­φών) ο αυ­το­κρά­το­ρας Ρω­μα­νός Λε­κα­πη­νός και
η Άν­να Λε­κα­πη­νή, ζεύ­γος που έγδυ­σα απ’ τα πο­λυ­ποί­κιλ­τα εν­δύ­μα­τα
για να φα­ντα­στώ τα σώ­μα­τά τους έτοι­μα για ανταλ­λα­γή αυ­το­κρα­το­ρι­κών
χα­διών ή απλώς για εκεί­να που κά­νουν όλοι, όταν πά­ψουν
να εί­ναι ό,τι εί­ναι για τους άλ­λους.
Άρα­γε τα συμ­βα­σι­λεύ­ο­ντα ζεύ­γη θυ­μού­νταν τον πα­λιό τους εαυ­τό όταν
έκλει­ναν οι βα­ριές πόρ­τες και πλά­για­ζαν ενώ­πιος ενω­πίω;
Υπήρ­ξε κα­νείς βα­σι­λεύς της Ρω­μα­νί­ας που γο­νά­τι­σε ο ίδιος μπρο­στά
στα πό­δια της πα­ντά­νασ­σας του κρά­τους;
Δεν προ­χώ­ρη­σα, να μην ενο­χλή­σω τα τέσ­σε­ρα πέλ­μα­τα που,
σκε­λε­τω­μέ­να ή ποιος ξέ­ρει πώς δια­τη­ρη­μέ­να, κεί­το­νταν δί­πλα δί­πλα
στην αιώ­νια σιω­πή κά­τω από την πο­λύ­βουη εμπο­ρι­κή συ­νοι­κία.

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών {Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος}

Πα­ντε­πό­πτριες: δέ­σποι­νες των πε­ρα­σμά­των

Στον πε­ρί­κομ­ψο βυ­ζα­ντι­νό ναό του Πα­ντε­πό­πτη, τώ­ρα Eski Imaret Camii,
ένα από τα λι­γό­τε­ρο γνω­στά μνη­μεία της πό­λης,
που, κρυμ­μέ­νο στα ασφυ­κτι­κά στε­νά μιας τα­πει­νής συ­νοι­κί­ας,
απο­φεύ­γει τους του­ρί­στες και την φα­σα­ρία των πε­ρα­στι­κών,
εί­δα δυο νε­α­ρά κο­ρί­τσια να κά­θο­νται στο κα­τώ­φλι μιας μι­κρής
πο­λυ­κα­τοι­κί­ας που, όπως όλες σ’ αυ­τή την γει­το­νιά, εί­χαν την
πόρ­τα τους διαρ­κώς ανοι­χτή.
Κρυ­φο­γε­λού­σαν η μια στο αυ­τί της άλ­λης, μοι­ρα­ζό­με­νες, πι­θα­νώς,
τα μυ­στι­κά της ει­σό­δου στα μυ­στή­ρια της νε­ό­τη­τας.
Ντυ­μέ­νες με χρώ­μα­τα που πε­ρι­γε­λού­σαν γάρ­γα­ρα,
όπως και οι ψί­θυ­ροι τους, κά­θε επι­τα­γή ται­ριά­σμα­τος, εί­χαν απο­διώ­ξει
τα κλει­στά τους σα­μπό κι ίσως ήταν τε­λι­κά τα γυ­μνά
τους πό­δια που κο­ρόι­δευαν τα άλ­λα ρού­χα.
Κυ­κλο­φο­ρού­σαν ανά­με­σα στο μι­κρό προ­αύ­λιο του άλ­λο­τε πε­ρι­δό­ξα­στου κτί­σμα­τος και
στο σπί­τι τους σαν δέ­σποι­νες που δι­καιω­μα­τι­κά δια­φε­ντεύ­ουν τα πε­ρά­σμα­τα
ενός τό­που όπου εφά­πτο­νται ιστο­ρί­ες, κοι­νω­νί­ες και θε­ο­λο­γί­ες.
Στά­θη­κα κι εγώ έκ­θαμ­βος, ανά­με­σα στην κοκ­κι­νω­πή εκ­κλη­σία που για
ώρες ανα­ζη­τού­σα και στην δι­κή τους κυ­ριαρ­χι­κή πα­ρου­σία.
Στον ήλιο του χορ­τα­ρια­σμέ­νου στις άκρες στε­νού έλα­μπαν δυο αντι­θέ­σεις:
ο ακί­νη­τος χρό­νος του να­ού, ίδιος και απα­ράλ­λα­κτος στο μέλ­λον,
και οι αει­κί­νη­τες στον τό­πο κο­ρα­σί­δες, με την άγου­ρη θη­λυ­κό­τη­τα
να τις ωθεί μπρο­στά, διαρ­κώς μπρο­στά.
Όμως κι εκεί­νος υπήρ­ξε με­τα­βλη­τός, από την με­γα­λο­πρέ­πεια στα ερεί­πια
κι από τα ερεί­πια στην ανα­στή­λω­ση· εκεί­νες, πά­λι, δρο­μο­λο­γού­νταν με
τα­χύ­τη­τα ηλι­κί­ας
 αλ­λά η μνή­μη τους και η φω­το­γρα­φία μου
θα τις μνη­μειώ­σουν εδώ, σ’ ένα ανα­πό­τρε­πτο, συ­νε­χές πα­ρόν «τό­τε».
Μό­νο η θρη­σκεία δεν άλ­λα­ξε: Ένας αντάλ­λα­ξε θέ­ση με άλ­λον Έναν.
Ήθε­λα να φω­το­γρα­φί­σω το μνη­μείο αλ­λά δεν δια­νο­ή­θη­κα να τους
ζη­τή­σω να πα­ρα­με­ρί­σουν.
Δεν πα­ρεμ­βάλ­λο­νταν εκεί­νες στην ει­κό­να του να­ού, αλ­λά εγώ στο
πε­δίο τους.
Σιώ­πη­σα στην άκρη του δρό­μου, χω­ρίς να δια­θέ­τω κά­τι να αντι­προ­τεί­νω
για να κά­νουν εκεί­νες στην άκρη, οτι­δή­πο­τε ισχυ­ρό­τε­ρο της μύ­η­σής
τους στην τα­χύ­τη­τα ηλι­κί­ας ή στο παι­χνί­δι, αδια­φι­λο­νί­κη­τες προ­τε­ραιό­τη­τες που
δεν γνω­ρί­ζουν έρ­γα τέ­χνης ή ιε­ρούς χώ­ρους.
Κα­τόρ­θω­σα όμως, για μια στιγ­μή, να υπο­κλέ­ψω με τον φα­κό μου
τον δρό­μο που, συν­νε­φια­σμέ­νος επα­νήλ­θε στην βυ­ζα­ντι­νή του απο­κο­σμι­κό­τη­τα,
ενώ τα κο­ρί­τσια κά­θι­σαν μέ­σα από την εξώ­πορ­τα, ίσως επει­δή αντι­λή­φθη­καν
με­ρι­κές ανα­πά­ντε­χες ψι­χά­λες.
Κι από εκεί, ξε­πρό­βαλ­λε ένα ανέ­με­λο γυ­μνό πέλ­μα, για να
μου πε­ρι­γε­λά­σει κά­θε στο­χα­σμό και να δώ­σει στο κά­δρο και
στον τό­πο ζωή.

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών {Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος}

Πα­ντο­κρα­τό­ρισ­σες: αιω­ρού­με­νες των μπαλ­κο­νιών

Πα­ρέ­μει­να στην πε­ριο­χή του Φα­τίχ, για να ανα­ζη­τή­σω την Ηλέ­κτρα
στις τρί­δυ­μες εκ­κλη­σί­ες που, χτι­σμέ­νες κολ­λη­τά η μια δί­πλα στην άλ­λη,
δια­τη­ρού­σαν δι­πλή ταυ­τό­τη­τα, ως Μο­νή Πα­ντο­κρά­το­ρος και Molla Zeyrek Camii.
Σκα­λω­σιές και αλου­μι­νέ­νια πα­ρα­πήγ­μα­τα χω­ρίς ίχνος ζω­ής υπο­δεί­κνυαν αρ­γές ερ­γα­σί­ες – ού­τε εγώ θα βια­ζό­μουν να πα­ρα­δώ­σω το έρη­μο συ­γκρό­τη­μα στα
αδη­φά­γα πλή­θη.
Περ­πά­τη­σα στην συ­νοι­κία με τα οθω­μα­νι­κά σπί­τια που κα­τά­στι­κτα από
δο­ρυ­φο­ρι­κά πιά­τα έμοια­ζαν ξύ­λι­να ή τσι­με­ντέ­νια φυ­τά με με­ταλ­λι­κά άν­θη.
Χω­ρίς να το κα­τα­λά­βω βρέ­θη­κα κά­τω από τα πέλ­μα­τα ενός κο­ρι­τσιού.
Εί­χα ήδη πα­ρα­τη­ρή­σει μια ιδιο­μορ­φία των κτι­σμά­των: τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ισό­γεια
πα­ρά­θυ­ρα δεν εί­χαν κά­γκε­λα και συ­χνά έβλε­πε κα­νείς ένα μι­κρό παι­δί,
ακό­μα και μω­ρό, να κρέ­με­ται με ασφά­λεια από την μέ­σα
πλευ­ρά· εκεί, έστω και γαν­τζω­μέ­νο, έπαιρ­νε θέ­ση μπρο­στά στην πρώ­τη
του βι­τρί­να στον κό­σμο, στις ει­κό­νες της πε­ρα­στι­κής ζω­ής που
έσφυ­ζε έξω από το σπί­τι.
Το ίδιο κά­πο­τε συ­νέ­βαι­νε και στα ανώ­τε­ρα πα­τώ­μα­τα κι έτσι
εκεί­νη την ημέ­ρα, σε μια ψη­λή πο­λυ­κα­τοι­κία κα­λυμ­μέ­νη με μπλε
και λευ­κά πλα­κί­δια, εί­δα ένα κο­ρί­τσι που κα­θό­ταν οκλα­δόν σ’ ένα
μπαλ­κό­νι το οποίο σχη­μα­τι­ζό­ταν απο­κλει­στι­κά με αυ­τά τα κα­μπυ­λω­τά κά­γκε­λα,
που εκτεί­νο­νταν αρ­κε­τά έξω από το πα­ρά­θυ­ρο.
Στο «δά­πε­δό» του εί­χε το­πο­θε­τή­σει ένα μα­ξι­λά­ρι που κά­λυ­πτε όλο
το ορι­ζό­ντιο κι­γκλί­δω­μα, κι έτσι όπως την έβλε­πα από χα­μη­λά,
σε αυ­το­σχέ­διο κά­θι­σμα πά­νω από το κε­νό, μου φά­νη­κε ανε­μό­πτε­ρη
σε ιπτά­με­νο χα­λί πά­νω από τους δρό­μους που επι­χει­ρού­σαν να
την πε­ριο­ρί­σουν στην πο­λε­ο­δο­μία τους.
Κο­ντο­στά­θη­κα κι εκεί­νη έκα­νε να φύ­γει· υπο­κρί­θη­κα πως προ­χω­ρού­σα και
χώ­θη­κα κά­τω από το μπαλ­κό­νι, να θαυ­μά­ζω τα πτε­ρύ­για πέλ­μα­τά της
που διέ­γρα­φαν τρο­χιές στον αέ­ρα.
Τι σχέ­δια έφτια­χναν οι αό­ρα­τες ζω­γρα­φιές της;
Μια πό­λη κα­τά τις προ­τι­μή­σεις της;
Δρό­μους που τώ­ρα αλα­φρο­πε­τού­σε σαν κυ­ρί­αρ­χη, ενώ σύ­ντο­μα
την πε­ρί­με­ναν δύ­σβα­τοι;
Ο κό­σμος τής προ­σφε­ρό­ταν στο πιά­το, αλ­λά εκεί­νη, αιχ­μά­λω­τη της
ηλι­κί­ας, μπο­ρού­σε να τον δια­σχί­ζει μό­νο αφ’ υψη­λού,
με τα πό­δια που θα την περ­πα­τού­σαν κά­ποια στιγ­μή, όπως ευ­χή­θη­κα,
στην ελευ­θε­ρία της.
Για άλ­λη μια φο­ρά κα­τα­κλύ­στη­κα από ένα γνώ­ρι­μο βα­σα­νι­στι­κό δί­λημ­μα:
να την απο­λαύ­σω απε­ρί­σπα­στος ή να δρά­σω προς την απο­τύ­πω­σή της;
Από την μία θέ­λη­σα να της αφε­θώ με όλες τις αι­σθή­σεις,
ενερ­γο­ποιώ­ντας το βλέμ­μα στον ύψι­στο βαθ­μό.
Από την άλ­λη, να σπεύ­σω στην αιχ­μα­λω­σία της ει­κό­νας· να
την εγ­γρά­ψω σε κά­δρο και να την υπο­τά­ξω στην σκό­πευ­ση.
Με αυ­τό τον τρό­πο όμως ένα τα­ξί­δι μπο­ρεί να εξε­λι­χθεί
απλώς σε μια δια­δι­κα­σία αλ­λε­πάλ­λη­λων φω­το­γρα­φή­σε­ων, οι οποί­ες,
βέ­βαια, στο τέ­λος κα­ταρ­τί­ζουν ένα πο­λύ­τι­μο λά­φυ­ρο μνή­μης που
υπό­σχε­ται πολ­λα­πλή επα­νά­λη­ψη έστω και δευ­τε­ρο­βάθ­μιας βί­ω­σης·
τό­τε μπο­ρώ να απο­λαύ­σω, ακί­νη­το πια και σε μι­κρό­τε­ρη διά­στα­ση,
εκεί­νο που δεν χά­ρη­κα τρισ­διά­στα­το και ζω­ντα­νό μπρο­στά μου.
Αλ­λά, πά­λι, αν προ­τι­μού­σα το τε­τα­μέ­νο βλέμ­μα, θα επέ­στρε­φα με
άδεια χέ­ρια, και μό­νο από­κτη­μα την σε­ση­μα­σμέ­νη ως ψεύ­τρα μνή­μη.
Αυ­τή τη φο­ρά προ­τί­μη­σα την φω­το­γρά­φη­ση, προ­κρί­νο­ντας την πλα­στή αιω­νιό­τη­τα
από την αστρα­πιαία στιγ­μή· θα μπο­ρού­σα να προ­σποι­η­θώ πως
φω­το­γρα­φί­ζω αλ­λού αλ­λά ο εν­θου­σια­σμός με πρό­δω­σε κι έτσι
ύψω­σα τον φα­κό προς τα ύψη της.
Εκεί­νη με αντι­λή­φθη­κε αμέ­σως και εξα­φα­νί­στη­κε στην μαύ­ρη τρύ­πα πί­σω
της, στα εν­δό­τε­ρα του σπι­τιού.
Πρό­λα­βα μια και μό­νη στά­ση, προ­τού της στε­ρή­σω την κα­θη­με­ρι­νή
της τε­λε­τουρ­γία.
Ση­μεί­ω­σα την διεύ­θυν­ση του σπι­τιού και περ­νού­σα συ­χνά ώστε να
την δια­κρί­νω ακό­μα και τυ­φλω­μέ­νος απ’ την έντο­νη ηλιο­φά­νεια ή
την εξά­ντλη­ση.
Και πράγ­μα­τι, νω­ρίς ένα από­γευ­μα, εί­δα από μα­κριά τα δυο λε­πτά,
σαν κα­λα­μά­κια, πο­δα­ρά­κια της, να κου­νιού­νται πέ­ρα δώ­θε στο κε­νό,
ενώ εκεί­νη σκυμ­μέ­νη ανά­με­σα στα κά­γκε­λα ρου­φού­σε τις πε­ρα­στι­κές
φι­γού­ρες κά­τω στον δρό­μο.
Τώ­ρα δεν θα μου διέ­φευ­γε· το σκό­πευ­τρο ήταν μέ­σα στο κε­φά­λι μου.

(συ­νε­χί­ζε­ται, πά­ντα συ­νε­χί­ζε­ται)


(Χάρτης, τεύχος 3 | Μάρτιος 2019 |
Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών | Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος |
Οι φω­το­γρα­φί­ες εί­ναι του συγ­γρα­φέα)