Κοινοποιησεις
Ευτυχισμένοι και ράθυμοι,
χωρίς ηθική και χωρίς εργασία,
κυρτώνουν το τόξο της ράχης των απάνω στους πύργους των βιβλίων μας – οι γάτοι.
 
Του Αρίστιππου του Κυρηναίου οπαδοί,
αφήνουν της ηθικής το πρόβλημα να βασανίζει το σκύλο του σπιτιού.
Απ΄ την αγάπη μας κρατούν το χάδι
για να πετάξουν το υπόλοιπο.
Γρατσουνίζουν μόλις νοιώσουν
πως τους αγαπήσαμε πολύ.
 
Χωρίς τον ίλιγγο της ακροβασίας,
χωρίς το σκοτάδι και χωρίς
την κραυγή του ανέμου,
ο έρωτας γι’ αυτούς αξίζει κάθε περιφρόνηση.
 
Πιστεύουν στη ζωή
χωρίς να ρωτήσουν αν υπάρχει καλύτερη.
Υπομένουν και τις εφτά ψυχές των!
Για να τιμωρήσουν την ασκήμια της γειτόνισσας
που τους φαρμάκωσε
ξέρουν μ’ ένα πήδημα να βρεθούν απ’ τον Άδη
στα πόδια της – και να την τρομάξουν!
 
Όταν το καναρίνι μας λησμονήσει πως υπάρχει μέτρο στην Τέχνη,
αυτοί έχουν το θάρρος
χυμώντας στο κλουβί να πνίξουν το τραγούδι
και να ξαναφέρουν γύρω μας τη γόνιμη σιωπή…
 
Ο πράσινος λύχνος της ματιάς των
καίει τα μεσάνυχτα στον τάφο του Baudelaire…
 
Το λιοντάρι που τους έδωσε τη στάση του,
η λεοπάρδαλη που τους χάρισε τη γούνα της –
πρόγονοι βασιλικοί βηματίζουν στον ύπνο των γάτων·
και τότε οι γάτοι
ξυπνώντας
σηκώνουν περήφανα το κεφάλι
και δοκιμάζουν τα νύχια των για πόλεμο…
 
Κι όμως, όταν χαϊδεύονται από γυναίκες που κλαψανε πολύ,
όταν κοιμώνται στα γόνατα των προδομένων απ΄ τη μοίρα,
οι γάτοι αφίνουν την καμπύλη της ράχης των να γλυστρά με ηδονή
κάτω απ΄ το χάδι της αδυναμίας –
κι ανάβει στο ηλεκτρικό τρίχωμά των η ηθική σπίθα!…
 
[Από τη συλλογή «Πεζοί ρυθμοί» (1922).]