Κοινοποιησεις

Το κύμα όταν σκάει στην ακτή

-άλλοι, λένε, την αποδιώχνει-

όμως εγώ, βρίσκω να την αγκαλιάζει,

με σκληρή τρυφερότητα

-όση απαιτούν οι εραστές-

Ύστερα είναι ο ήλιος που

απλώνει τις αχτίδες του

και όλα τα λουλούδια του κόσμου

ξεπηδούν απ’ τα κλωνάρια τους

δυο, δυο

πιασμένα σφιχτά απ’ τα χέρια, παιδιά

την πρώτη τρέλα που κάνουν μαζί και γελούν δυνατά

στο μπλέξιμο χαρίζονται.

όπως οι σκιές,

τις νύχτες που τρέμεις από φόβο και κρύο,

στο τζάκι με ρούχα φαρδιά – τα κούστουρα καίγονται σιγανά-

και όλες διαλύονται.

στον πρώτο αέρα

στην πρώτη βροχή

τα κίτρινα φύλλα ταξιδεύουν, ψιθυρίζοντας,

μια μουσική, κάπως συγκινητική.

Έτσι.

όπως περνούν οι εποχές,

έτσι να ‘ταν η αγάπη μας…

I

Δοσμένη στο μαζί,

για μια φορά.

Τι θα πει μαζί ;

Πώς γράφεται ;

Τρεις και τρεις, έξι φορές,

σε στέφανα σε χέρια – τάχα- ιερά ;

Μαζί.

τις νύχτες αυτές, τις ατελείωτες

-έτσι είναι η αγάπη μας-

Στην καμπύλη του δικού σου λαιμού

όλου του κόσμου τα όνειρα

όλου του κόσμου η σιωπή

γεννά και γεννιέται.

Πώς λιγοστεύει η ανάσα σε μια στιγμή ;

Στάχτη στα δάχτυλα

που ευλαβικά ενώνονται μεσ’ τη φωτιά.

Στον ύπνο σου

σαν σ’ έχω ακούσει να μιλάς

-δε γυρίζει ο χρόνος πίσω-

Κι ας βγαίνει ο ήλιος

κι ας πλησιάζει αστεφάνωτη η νύχτα

κι ας μεγαλώνουν τα παιδία στις γειτονιές

-δε γυρίζει ο χρόνος πίσω-

III

Μαζί.

στα κρύα βράδια – τα μοναχικά-

σε παράθυρα κλειστά

-δεν περνά το φως, μέσα μας, δεν περνά-

Στο σπίτι, το ετοιμόρροπο

τα δοκάρια στάζουν

στα χέρια μου.

Εσένα, πάντοτε, κρατώ…

IV

Αυτό θα πει μαζί.

Προηγούμενο άρθροΜια τέχνη | Ε.Μπίσοπ
Επόμενο άρθροΔημοσιογραφική ανεπάρκεια και ηθική ένδεια. (“δημοσιογράφος vs Δημοσιογράφου”)
ΖΩΗ ΑΛΕΞΑΚΟΥ
Εκεί θα τα βρεις. Κάποιο κλειδί που θα πάρεις . Μονάχα εσυ που θα πάρεις . Και θα σπρώξεις την πόρτα , θ’ ανοίξεις το δωμάτιο , θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως. Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν , οι καθρέφτες θα λάμψουν , οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο . Εκεί θα τα βρεις . Κάπου - απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα . Απ’ τα κομμένα καρφιά , δόντια σκισμένα , καρφίτσες στα μαξιλάρια , τρύπιες κορνίζες , μισοκαμένα ξύλα , τιμόνια καραβιών . Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως . Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα . Προσεχτικά τις κουρτίνες. Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν , θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες , θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι. Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις , θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο , βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά . Τότε θα ξέρεις . ( Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε , Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπο μας ). Μ. Αναγνωστάκης