Κοινοποιησεις

Συχνά βλέπω ένα περίεργο όνειρο. Βρίσκομαι μεσημέρι στο κέντρο κάποιας πόλης και  δεκάδες άτομα περπατάνε βιαστικά γύρω μου. Κόσμος παντού, άντρες, γυναίκες, παιδιά περνάνε προς όλες τις κατευθύνσεις. Στέκομαι στη μέση του δρόμου και προσπαθώ να μιλήσω σε κάποιον. Μάταια. Κανείς δεν με ακούει και κανείς δεν με βλέπει.  Με πιάνει πανικός, και αρχίζω να κουνάω τα χέρια μου ώστε να με προσέξει κάποιος. Τότε καταλαβαίνω πως είμαι αόρατη και πως κάθε προσπάθεια να επικοινωνήσω πέφτει στο κενό. Είμαι καταδικασμένη να μην με βλέπει κανείς.

Στο σημείο αυτό ξυπνάω τρομαγμένη. Ευτυχώς ήταν όνειρο, είμαι εδώ και δεν είμαι αόρατη.

Πριν λίγα χρόνια για δικούς μου λόγους, πέρασα αρκετές μέρες και νύχτες στους αφιλόξενους δρόμους της Αθήνας. Δεν χρειάστηκε πολύ χρόνος. Μόλις βρέθηκα εκεί, στην άλλη μεριά, ανάμεσα σε ανθρώπους του «περιθωρίου» έχασα αυτομάτως την ταυτότητα μου. Δεν είχα πλέον κοινωνικό στάτους, δεν είχα υπόσταση, είχα γίνει και εγώ ένα «ενοχλητικό σκουπίδι» στην άκρη του δρόμου. Το κοιτάς, δυσανασχετείς ή στεναχωριέσαι και προσπερνάς. Πολλές φορές δεν το βλέπεις καν.

Στην αρχή ντράπηκα, έσκυβα το κεφάλι, ήθελα να είμαι αόρατη ώσπου τελικά κατάλαβα ότι ήμουν. Λίγοι θα θυμόντουσαν το πρόσωπο μου και ακόμα λιγότεροι θα με αναγνώριζαν αν κάποτε με συναντούσαν κάπου αλλού.

Έγινα το ίδιο αόρατη όσο και ο άστεγος που κρύβεται πίσω από μια βρώμικη κουβέρτα. Το ίδιο με τον εξαρτημένο που γυρνάει τους δρόμους χαμένος και όταν σε πλησιάζει ασυναίσθητα σφίγγεις την τσάντα σου. Η παρουσία μου ήταν το ίδιο ενοχλητική όσο του «Πακιστανού» που τρέχει σε κάθε φανάρι να σου καθαρίσει τα τζάμια και του κορνάρεις με θυμό ή ξεφυσάς με αγανάκτηση.

Συχνά θεωρούμε ότι οι «αόρατοι άνθρωποι» έχουν μια ίδια μονοδιάστατη ιστορία. Έκαναν τραγικά λάθη, είναι ψυχικά άρρωστοι ή εξαρτημένοι.

Την ιστορία τους μας την λένε άλλοι, ποτέ οι ίδιοι.

Αρνούμαστε να τους δώσουμε χρήματα γιατί θεωρούμε ότι θα τα «πιούν» σε ουσίες, θα καταλήξουν σε κάποιο κύκλωμα, θα τους ενθαρρύνουμε να ζητιανεύουν ή ακόμα ότι έχουν χρήματα και το κάνουν γιατί δεν θέλουν να δουλέψουν. Και μπορεί όλα αυτά ή κάποια από αυτά να ισχύουν, μπορεί και να μην έχουμε ιδέα τι ισχύει αλλά η βεβαιότητα μας είναι ακλόνητη. Και πως να μην είναι, όταν όλες οι σχετικές οργανώσεις και οι ειδικοί συμβουλεύουν να μην δίνεις χρήματα. Δεν είμαι εγώ αυτή που θα τους αμφισβητήσει. Έτσι και αλλιώς ζούμε σε έναν κόσμο που οι «ειδικοί» μας λένε τι να κάνουμε, τι να φορέσουμε τι να σκεφτούμε, τι να νιώσουμε. Λογικό είναι να μας πουν και πως να αντιμετωπίσουμε τους «περιθωριακούς».

Κάποιες φορές όμως το να δώσεις χρήματα μπορεί να σημαίνει ότι δίνεις και μια μικρή επιλογή σε ανθρώπους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν για τους δικούς τους λόγους να χτυπήσουν την πόρτα ενός ξενώνα. Κάποιοι ίσως τα ξοδέψουν σε ουσίες, για κάποιους άλλους όμως τα λίγα κέρματα είναι η δυνατότητα να διαλέξουν οι ίδιοι το σάντουιτς ή τον καφέ που θα τους έδινε ο περαστικός.

Διότι όταν βρεθείς στο δρόμο, μαζί με το ποιος είσαι, χάνεται και κάθε δυνατότητα να κάνεις αυτές τις μικρές ασήμαντες επιλογές της καθημερινότητας.

Και δίπλα στους άστεγους ή τους χρήστες ουσιών, υπάρχουν και οι άλλοι «αόρατοι άνθρωποι», εκείνοι που παγιδεύονται στις ρωγμές ενός αδυσώπητου συστήματος. Εκείνοι που δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν πουθενά, εκείνοι που απέτυχαν είτε γιατί δεν είχαν την δύναμη είτε γιατί ποτέ κανείς δεν πίστεψε σε αυτούς.

Εκείνοι που πεθαίνουν κάθε μέρα από μοναξιά και εγκατάλειψη, μέχρι να έρθει ο φυσικός τους θάνατος.

Εκείνοι που είναι νέοι αλλά κανείς δεν βρέθηκε ποτέ να τους πει είμαι εδώ για σένα και παλεύουν με τους δαίμονες τους.

Εκείνοι που δεν είναι «όμορφοι», δεν είναι «έξυπνοι», δεν είναι «χαρισματικοί».

Εκείνοι που γερνάνε μόνοι σε παλιά διαμερίσματα, ξεχασμένοι από όλους κοιτώντας ένα κομμάτι γκρίζου ουρανού πίσω από τον φωταγωγό.

Εκείνοι που δεν ανήκουν πουθενά και τίποτα δεν τους ανήκει. Κανείς δεν ακούει την δική τους φωνή γιατί πάντα οι άλλοι θα λένε την δική τους ιστορία.

Μέσα σε μια κοινωνία λοιπόν που από την στιγμή που γεννιόμαστε μας εκπαιδεύει στο να προσαρμοστούμε στο «φυσιολογικό» και να είμαστε «χρήσιμοι», δεν υπάρχει άλλος χώρος για όσους δεν είναι ή πάψουν, λόγω ασθένειας, λόγω ηλικίας, λόγω αδυναμίας, να είναι «χρήσιμοι» και «φυσιολογικοί».

Μήπως τελικά ζούμε σε έναν κόσμο τόσο ανάπηρο συναισθηματικά που αξιολογεί τα πάντα με όρους συναλλαγής; Που μας προσδίδει ένα ρόλο και μας προετοιμάζει γι’ αυτόν από την πιο τρυφερή μας ηλικία.

Και ξέρουμε πλέον ότι αν δεν τον παίξουμε καλά και με τους κανόνες, θα καταδικαστούμε να είμαστε αόρατοι.

« Deep in the blue sky,
like pebbles at the bottom of the sea,
lie the stars unseen in daylight
until night comes.
You can’t see them, but they are there.
Unseen things are still there.”

(Are you an echo? The lost poetry of Misuzu Kaneko)