Κοινοποιησεις
 
Αν είχα μέσα μου φωνή, θα κραύγαζα.
Αλλά είναι δύσκολο.
Σ’ ένα κόσμο με φασαρία να ουρλιάζεις.
Ν’ ακούς.
Να καταλαβαίνεις.
Ν’ αγαπάς.
Είναι δύσκολο.
Να βρεις τον εαυτό σου.
Να κλείσεις όλα τα ‘’γιατί’’.
Να πεις αντέχω.
Υπάρχω.
Δώσε μία να πάω στον πάτο.
Να γίνω σαν κι εσένα.
Θάνατος.
Ελπίδα, ανίατη αρρώστια.
Μακριά.
Μακριά από κάθε παρόν.
Από κάθε μέλλον.
Μ’ αστέρια μπαλωμένη ή με βρισιές.
Στην άκρη του γκρεμού, πολλοί μπορούν να πέσουν.
Μα εγώ πέφτω καλύτερα απ’ όλους.
Και δες.
Είμαι ήδη κάτω.
Δες πως πάλλομαι ανάμεσα στους χρόνους.
Στους δείκτες των ρολογιών.
Πως αναπνέω μόνο από ανάγκη.
Ο κόσμος.
Δε ξέρει ο κόσμος κι υπόσχεται.
Μεγάλα λόγια.
Πιο μεγάλα κι απ’ το μπόι τους.
Λείπεις.
Μια τέτοια μέρα του καλοκαιριού, κι εσύ να λείπεις.
Αβάσταχτο.
Όταν λείπεις μετρώ τα κενά μου ένα-ένα.
 
Οι φίλοι.
Κάτι θα έχουν κανονίσει και σήμερα.
Και οι καλοί φίλοι.
Ίσως να λείπουν πάλι.
Λείπω κι εγώ όμως.
Απ’ αυτό το σώμα που σέρνω εδώ κι εκεί.
Το βλέπω και νιώθω λύπη.
Πόσο το έχω κακομεταχειριστεί μες στα χρόνια.
Και πόσους ακόμη άφησα- η ίδια εγώ- να το πληγώσουν;
Κι απρόσιτες οι ανάγκες με καλούν να πάω προς τα πίσω.
Να πνιγώ.
Μέσα σε μια θάλασσα ψεύτικων δακρύων.
Ανεκπλήρωτοι έρωτες.
Ανεκπλήρωτες αγκαλιές που μένουν στο τότε.
Να χορεύουν στον αέρα.
Σα να ήσουν εκεί.
Σ’ εκείνο το σπίτι που τώρα πια δεν κατοικείται.
Το σώμα μου μονάχα σε γνώρισε.
Γι’ αυτό θέλω να το καταστρέψω.
Να μη θυμάμαι πια.
Να μη βασανίζομαι.
Να πάψουν οι αναμνήσεις να με κυριεύουν.
Οι ρωγμές στο ταβάνι, θαρρείς πως μ’ απειλούνε.
Μα εγώ δε φοβάμαι.
Δε φοβάμαι εγώ.
Όπως ακριβώς εσύ μου έδειξες.
Κι εκείνοι οι γελοίοι εκεί έξω δε δίνουν δεκάρα για ‘μας.
Για ‘μενα.
Για τον εαυτό τους.
Για τίποτα.
Όλα ένα τίποτα, τυλιγμένο με το απέραντο ‘’πολύ’’.
Πολύχρωμος ο θάνατος, σαν ουράνιο τόξο,
τυλίγεται γύρω απ’ το λαιμό μου.
Σφίξε κι άλλο.
Δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου η ευκολία.
Βρίσκω τον εαυτό μου αξιολύπητο.
Κι είναι στιγμές που πνίγομαι μόνη.
Σου μοιάζει η απέραντη θάλασσα.
Μ’ όλα τα μυθικά τέρατα που παλεύουν στο κεφάλι μου.
Κι εγώ με όλα φιλική.
Ανένδοτη.
Ακατέργαστη ζάχαρη.
Της λείπει η γλύκα.
Μου λείπει η γλύκα.
Κι αυτό το άχαρο σώμα που δραπετεύει απ’ την ψυχή μου
και προσπαθεί ν’ ακούσει τα λόγια των πανταχού παρόντων.
Σπάνια χέρια καλύπτουν τους ώμους μου.
Μ’ ανθρώπους που αποφεύγουν κάθε αγκαλιά.
Κάθε επαφή.
Ανόητα παράσιτα όλοι, κι εγώ ακόμη πιο ανόητη.
Η Ε.Α έχει τα πιο πολλά ψυχολογικά.
Ακόμη κι από ‘μενα.
Δε μου αρέσει να επιβάλλομαι.
Αυτοί το λατρεύουν.
Κατηφορίζουν και γλιστρούν στα σάλια μας.
Μια μέρα θα καρφωθώ με φόρα στις ασπίδες τους
και θα τις κάνω κομμάτια.
Χρόνια προετοίμαζα γι’ αυτό τον εαυτό μου.
Χρόνια ολόκληρα νόμιζα πως προετοίμαζα το ‘’εγώ’’ μου.
Να το κάνω τεράστιο.
Να μη μπορούν να φάνε ούτε κομμάτι από ‘μένα.
Να κόψω κεφάλια ξένα, μαζί με το δικό μου.
Όχι, καλά είμαι.
Μη μου μιλάς.
Καλά θα είμαι.
Μόνο για τους μπάσταρδους λυπάμαι.
Που τους αφήνω νηστικούς.
Οι φωνές τους δε φτάνουν στο μυαλό μου.
Απ’ το εργοστάσιο βγήκα με συγκεκριμένη χωρητικότητα συναισθημάτων.
Μικρή καρδιά, πόσα να χωρέσει!
Για πόσο θα χορεύεις στη μουσική τους;
Φτάνει!
Σφάζω τον μαέστρο σας απόψε.
Και κρατώ το μαχαίρι αναμνηστικό.
Κρατώ το μαχαίρι και για τους επόμενους.
Ελάτε.
Προσπαθήστε.
Δεν υπάρχει τίποτα εδώ.
Στέρεψα απ’ όλα.
Τα πήρε ο Χ. ή ο Ψ.
Σίγουρα πάντως κάποιος τα πήρε.
Κι εγώ παίρνω ζάναξ, αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωτικά.
Κι αντί να λυπάμαι, χαίρομαι.
Κι αντί να φοβάμαι ντρέπομαι.
Μια ζωή γεμάτη αντιθέσεις.
Για όλους τους φίλους που πέθαναν μόνοι.
Ήμουν κι εγώ εκεί.
Θα είμαι κι εγώ εκεί.
Και θα κρατώ στις χούφτες μου ένα μάτσο κακομοίρηδες.
Μαζί κι εγώ.
Που μαζεύω για να πληρώσω το νερό.
Μαζί και τα αναπάντητα, ανυπέρβλητα ‘’πως’’, ‘’γιατί’’.
Ναι, όχι, ναι, όχι.
Διάλογος στο μυαλό μου.
Θα γίνει κομμάτια μπρος σου και θα σου στρώσει δρόμο να περάσεις.
Λίγη σκιά.
Ο ήλιος με παιδεύει απόψε.
Γιατί σου μοιάζει κι αυτός, κι όλα σου μοιάζουν.
Άντρες που πέρασαν.
Πολλοί σε αριθμό.
Όμως λίγοι.
Ήταν όλοι τους λίγοι.
Ρώτα με.
Ρώτα τι είναι αυτό που με κρατά σε ‘σένα.
Είναι αυτό.
Που θα ρωτήσεις και μόνο αρκεί.
Αρκεί για να πάρω φόρα και να κολλήσω ολόκληρη στον τοίχο
που έχω απέναντί μου και με πλησιάζει.
Έρχεται κοντά μου.
Σου είπα.
Δε φοβάμαι.
Καλώς να έρθει.
Να έρθει και να φέρει το θάνατο.