Κοινοποιησεις

.
Ονειρεύτηκα πως ήμουν παγάκι.

Να με παίζουν στα χείλη τους τα βράδια οι μεθυσμένοι/
κερνώντας/
με χαριστικές βολές/
το κουρασμένο τους συκώτι/
να αφουγκράζομαι τα πιο μελανά τους μύχια.

Να απαλύνω τα σημάδια της εξουσίας/
στο μέτωπο αγριεμένων πιτσιρικάδων/
όταν η επίπονη επαφή με το γκλόμπ/
προσπαθεί να σωπάσει το βραχνιασμένο τους “αγαμίσου”/
την ώρα που στα στενοσόκακα/
ο έμπορας θησαυρίζει μεταπουλώντας ψυχές.

Να σκληραίνω τις θηλές/
διψασμένων κοριτσιών/
που παραδίνονται σε εφήμερες μεταμεσονύκτιες υποσχέσεις/
και να γίνομαι ένα/
με το εκστασιασμένο χτυποκάρδι τους/
την ώρα που η κυριά του κάτω ορόφου/
χτυπάει με μανία το σκουπόξυλο στο σοβά του ταβανιού.

Να λιώνω γρήγορα.
Ν’αντέχω λίγο.
Μα να ζω πολλά.
Παρά να φλερτάρω
την ψαρίλα των ωμέγα τρία
στην τιγκαρισμένη σας κατάψυξη.

Προηγούμενο άρθροΚακόφημοι δρόμοι (1973)
Επόμενο άρθροεωθινό | Μαριαλένα Καζαντζή
ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΡΡΑΣ
Πάντα με συνεπαίρναν ιστορίες που ο άνθρωπος παρακινείται είτε από θάρρος, είτε από πάθος. Κάποτε υπήρξα ψηφιακός νομάς, αναπολώ όμως τη μυρωδιά του αναλογικού. Μετά σκέφτομαι τον Αγγελάκα.."Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;" Για αυτό και φωτογραφίζω, τραγουδώ με την κιθάρα, χτυπάω πλήκτρα στη γραφομηχανή. Έχω αυτή την ανάγκη για ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν…με κάθε τρόπο. Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω μικρός.