Κοινοποιησεις

Έτσι όπως έγειρε στην τελική του πτώση
αρπάχτηκε από την οθόνη που έπεσε κι αυτή
από πάνω του

Μανδύας διάτρυτο σκοτάδι.
Τρέξαμε, τον σηκώσαμε και στα κρυφά
περάσαμε στην έξοδο κινδύνου
έμπαζε από παντού αναφυλλητό
η νύχτα της Αθήνας ξέβραζε ναυάγια τραγουδιών
και σάπια φώτα
κι η σκάλα φρέαρ στο πουθενά.

Ίλιγγοι και στροφές η κάθοδος
χυμούσε από ψηλά να μας τον πάρει ο ουρανός
και κάτω μας λυσσομανούσαν υποχθόνια πνεύματα
κάθε σκαλί μας σκαμπανέβαζε σαν κύμα
-κι η σκάλα; ανέβαινε; Κατέβαινε;-
μα εμείς γερά κρατούσαμε
παληοί της συντεχνίας
μανουβραδόροι σε λιμάνια και σταθμούς
σε αναχωρήσεις και σε αφίξεις
για τα μεγάλα βάσανα και τα βαριά τα πένθη
βαστάζοι των αβάσταχτων κι ασήκωτων
του κόσμου.
…Αγέρωχος, αγαλματένιος μεσ’ την πίκρα του
άσπρα κοράλλια οι ξεραμένοι αφροί σ
στα χείλη του..