Κοινοποιησεις
 
Το σπίτι μου όσο το άνοιγμα των χεριών της κόρης μου
4 χρόνια άστεγη τώρα…
Κι ανυπόδετη κι άρρωστη γύρναγα
Κρύωνα.
Και όπου κι αν έστρεψα
Όξος και πρέζα και χολή
Και τα παιρνα να μη λυπήσω τους ανθρώπους
Και ήρθε – και χάμω- στα γόνατα έπεσα
Και χωμάτινος βόλος έγινα
Και μέσα μου κύλησα
Και σε μια ανάσα της ψυχής μου
Που είχε μείνει φεγγερή
– εκεί ακούμπησα-
και έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.
Κι όσο νερό έβγαλα
Νερό δεν είχε για μένα
Στέρεψα – λέπια- γοργόνα έγινα
Κι ο άνθρωπος φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ…