Κοινοποιησεις

Μα πάρε με στο σώμα σου,
δεν έχω πού να πάω

Έλα ξανά στο ξέφωτο λύκε μου μαδημένε
Μη προσπερνάς, μη ντρέπεσαι, μη σκύβεις το κεφάλι
Ποιος ήσουν το γνωρίζω
Ξέρω ποιανού το ουρλιαχτό με έδεσε σε μάγια

Κάλεσες…
Βλάστηση πυκνή
Κλαδιά που μπήγονταν στον ουρανό
μαύρα μαχαίρια
Συρσίματα των ερπετών
Στο θρόισμα αναλύγγιαζαν οι ψυχές των κολασμένων

Ανέβαινα το λόφο στα τυφλά
Τα μάτια μου τα φύλαγα για σένα

Πέντε κεριά
Από την πρώτη μου φωτιά, πέντε κεριά
Στο αυστηρό σου το περίγραμμα παιχνίδιζαν οι φλόγες

Ποια ήμουν στο ξημέρωμα;
Αποσπασμένη συνειδητότητα
την έκπαγλη αυγή μου κοιτούσε

Και μενταγιόν μού φόραγαν οι άνδρες της σελήνης,
πυγολαμπίδες όμορφες που σχηματίζαν άστρα

Λαβύρινθοι αχλυσκέπαστοι
γεμάτοι απ’ την Παρουσία
που ήταν παντού και πουθενά δεν ήταν
Πού ήταν ο Μινώταυρος που θα με κάρφωνε στην κόγχη;
Τη δύναμη που χρεώθηκα για πάντα να μου πάρει;

Τις νύχτες έγλειφα την υγρασία των τοίχων
Κι όσο ξεμάκραινα τόσο στο δρόμο της επιστροφής,
αλήθεια, πορευόμουν
Η μνήμη δε με πρόδωσε
μα λίγο έλειψε να με προδώσει η αμηχανία
Πώς επιστρέφει το θυμίαμα σε σώμα αποθηριωμένο;

Μ’ ένα παράξενο στο στήθος πένθος νηπενθές
με μια απώλεια φριχτή κι ένα ξαλάφρωμα συνάμα
ούρλιαξα κι έπεσα στα τέσσερα

Και τη θηλιά απ’ το λαιμό
το κόσμημα το ακριβό
άτρωτη που μ’ ήθελε
τράβηξα κι εκσφενδόνισα
ίσα στο λάρυγγα ευάλωτης αβύσσου

Μα πάρε με στο σώμα σου
Μπορούμε ακόμα
τον τρόμο στα μαντριά να σπείρουμε
Μπορούμε ακόμα
σ’ όργιο ανεξευμένιστο
όμορφοι κι ακόλαστοι
να κλέψουμε όλες τις κατάρες