Κοινοποιησεις


Αν η θανή μου του Έρωτα είταν όντως κόρη,
τί τυχερή γεννοβολιά θε νά ’ταν ’κείνη
που έρωτα (με χάρο αντάλλαγμα) μού δίνει!
Κι η δόξα του θανάτου στο άπειρο θα εχώρει…

Παντού όπου πήγα κι η ψυχή μου (αχ!) ανεχώρει·
και τη φωτιά μου που, ενώ με καταπίνει,
εγώ τη συντηρώ στις στάχτες, για να γίνει
στο μνήμα μέσα βέλος και σπαθί και δόρυ.

Αλλάργα, στις ακτές του ανήμερου θανάτου,
κι εκεί, θα ζουν οι πόνοι μου, μες στη σκιά μου,
καθώς της Λήθης τα νερά άγρια με ρουφάνε.

Το κάλλος σου ζει δίκην καιομένης βάτου
κι η μοίρα του νικά τη μοίρα τη δικιά μου:
του έρωτα το τίποτα η δόξα μου θά ’ναι.