Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται

μια ταινία του Daniel Losset για τον  Celestin Freinet

Κοινοποιησεις

Η ταινία του D. Losset “Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά
να ονειρεύονται” στηρίζεται στη ζωή του μεγάλου γάλλου παιδαγωγού και μεταρρυθμιστή της παιδείας Σελεστέν Φρενέ (Celestin Freinet 1896-1966).

Η παιδαγωγική μέθοδος
του Φρενέ στοχεύει στη δημιουργία ενός άλλου σχολείου
όπου κάθε παιδί αντιμετωπίζεται σαν μια ξεχωριστή προσωπικότητα,
μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα, όπου η παιδεία δεν
είναι αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα κι ο ρόλος
του εκπαιδευτικού συνίσταται κυρίως στο να βοηθήσει τα παιδιά να βρουν μόνα τους το δρόμο της γνώσης.
Ο Σελεστέν Φρενέ, πρώτος αυτός, επεδίωξε να εισάγει τις νέες
τεχνολογίες της εποχής στην εκπαίδευση: τυπογραφία, ραδιόφωνο,κινηματογράφο.
Είναι πιο γνωστός ως ο πρώτος που έβαλε το τυπογραφείο στην τάξη
και καθιέρωσε την διασχολική αλληλογραφία.
Λιγότερο γνωστό είναι ότι πρώτος αυτός έβαλε τον κινηματογράφο στο
σχολείο το 1926!
Ήταν φυσικό οι πρωτοποριακές του μέθοδοι να μην είναι αρεστές
στο κατεστημένο, γι αυτό κυνηγήθηκε ανελέητα.
Πάλεψε μέσα από αντίξοες συνθήκες και στο τέλος υποχρεώθηκε να
εγκαταλείψει τη δημόσια εκπαίδευση για να συνεχίσει πιο ελεύθερος το παιδαγωγικό του έργο. Αλλά πια δεν ήταν μόνος.
Στη βάση των ιδεών του δημιουργήθηκε ένα μεγάλο διεθνές παιδαγωγικό
κίνημα που είναι ακόμα ζωντανό.

Πρόκειται για μια ταινία που παρακολουθεί στις ταραγμένες δεκαετίες του μεσοπολέμου την δράση αυτού του φωτισμένου παιδαγωγού στην γαλλική επαρχία για ένα ανοικτό στην κοινότητα σχολείο.
Ένα δημοκρατικό σχολείο που αφήνει πραγματικά τους μαθητές του να ονειρεύονται, να δημιουργούν με βάσει τις ευαισθησίες τους, να τα
τυπώνουν οι ίδιοι όλα αυτά, εμπλουτίζοντας την σχολική βιβλιοθήκη, να λειτουργούν συλλογικά σε άμεση επαφή με τη φύση αλλά και
τα επαγγέλματα της μικρής τους πόλης.
Την θερμή υποδοχή αλλά και φανατική άρνηση των πειραματισμών αυτού
του ελευθεριακού δάσκαλου σε μια περίοδο ανόδου του φασιστικού φαινομένου.

Οι ιδέες του Σελεστέν Φρενέ ακολουθούνται σήμερα από παιδαγωγικές ομάδες
σε όλη την Ευρώπη.
Για ένα ανεξίθρησκο πολυπολιτισμικό σχολείο, με ουσιαστικό επανακαθορισμό
των εθνικών σχολικών γιορτών, την κατάργηση των παρελάσεων, τη σημασία
του παιχνιδιού, της ζωγραφικής στους σχολικούς τοίχους, της αισθητικής αγωγής, την κατάργηση της αριθμητικής βαθμολογίας, του σχολείου χωρίς κάγκελα, της σημαντικής δημιουργίας σχολικών κήπων, της αντίθεσης με τα σχολεία μαμούθ
και τόσα ακόμη που ο χρόνος δεν άφησε να ξεδιπλωθούν.
Και τα οποία αξίζει να αφουγκρασθεί θετικά η νέα ηγεσία
του Υπουργείου για ένα δημόσιο δημοκρατικό σχολείο ανοικτό στην κοινωνία
και τις αντιφάσεις της.

Επειδή η αλλαγή στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί αναγκαίο όρο
για τον κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Η ταινία:
Η παιδική ηλικία του ’20 και του ’30, οι νέες μορφές
παιδαγωγικής του δασκάλου Celestin Freinet σε συνεργασία με
τη σύντροφό του Elise, η σύγκρουση με τον φασισμό,
ο εκφασισμός της κοινωνίας μέσα από την αυθεντία της οικογένειας,
οι σχέσεις του σχολείου με την κοινότητα και ο τρόπος
που η πολιτική μπαίνει μέσα στο σχολείο, είναι μερικές από τις
βασικές ιδέες που γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σ’ αυτή την ταινία.

Ένα φιλμ γαλλικής παραγωγής για την δημόσια τηλεόραση της Γαλλίας,
το οποίο αφηγείται τα παιδιά, τον δάσκαλο με τη φίλη του
και την κοινότητα, μέσα σ’ ένα πολιτικό κλίμα ασφυκτικό,
λόγω της ανόδου του φασισμού.

Η πρώτη επαφή του δασκάλου με τα παιδιά
η ανάγνωση
του κόσμου τους και του τρόπου που σκέφτονται, η δυνατότητά
του να βλέπει τα όριά τους λίγο πριν να αδιαφορήσουν
γι’ αυτά που ακούν ή βλέπουν, είναι η αφετηρία ενός νέου
παιδαγωγικού προβληματισμού του δασκάλου που καταφεύγει σε μια σειρά τεχνικών για να συνομιλήσει μαζί τους.

Το σχολείο
είναι ένας μικρός τόπος δημοκρατίας, καθώς τα παιδιά συγκεντρώνονται για να οργανώσουν τις συλλογικές τους δράσεις,
βγαίνουν έξω απ’ αυτό, γίνονται αντικείμενο δυσμενών σχολίων καθώς εκλαμβάνονται ότι δεν κάνουν μάθημα και αποβλέπουν
στο να συντονίζουν διαρκώς αυτά που σκέφτονται, μ’ αυτά που φαντάζονται, πιάνουν, βλέπουν, ακούν, γεύονται και μυρίζουν.
Στο σχολείο επιστρέφει η κεντρική ιδέα του μοντερνισμού, η κίνηση.
Χωρίς απαγορεύσεις, όπως αυτές που ζήσαμε, ο εκπαιδευτικός μπορεί να μεταβαίνει στους χώρους μέσα κι έξω από το σχολείο με βάση
το ρυθμό της διανοητικής εργασίας που έχει με τα παιδιά.
Η παιδαγωγική είναι βασισμένη σ’ αυτές τις φαινομενολογικές σχέσεις του
μέσα και του έξω.
Το σχολείο της κοινότητας είναι βασισμένο ακριβώς  σ’ αυτή την κίνηση,
με βάση το τρίπτυχο τάξη – αυλή – κοινότητα και αφουγκράζεται τις
νέες σχέσεις  αρχιτεκτονικής και παιδαγωγικής.


Η φιγούρα του δασκάλου τίθεται και αίρεται.

Ο δάσκαλος αυτό που κάνει είναι να συμμετέχει στη ζωή του
σχολείου ετοιμάζοντας μέσα από ένα σχήμα άμορφο – μορφή
ή ένα σχήμα επιθυμία – μη κατευθυντικότητα, το επόμενο βήμα
της παιδαγωγικής του.
Ξεκινά με την ανάγνωση των αναγκών των παιδιών, όπως το
να μη βαριούνται ή να μην είναι υπάκουο το σώμα τους
στο ενδεχόμενο μιας μελλοντικής τιμωρίας και ενσωματώνει σιγά – σιγά τη ζωή με τον τρόπο που τη βάζουν μέσα στο σχολείο οι μαθητές.
Στη συνέχεια βλέποντας το αδιέξοδο της επικοινωνίας των μαθητών,
καθώς λόγω της θέσης τους στα θρανία δεν μπορούν να συνομιλήσουν,
σχηματίζει ομάδες και οδηγεί τα παιδιά στη δυνατότητά τους να
ψηφίζουν γι’ αυτά που τα απασχολούν ως θέματα για
να τα διαπραγματευτούν.

Τα παιδιά
ολοκληρώνουν ένα κύκλο μέσα στη τάξη με την
τεχνική του τυπογραφείου, τα δικά τους αναγνωστικά
και τη σχολική τους βιβλιοθήκη, όμως η δουλειά του δασκάλου
δεν σταματά εδώ.
Η αυλή είναι ο χώρος που πραγματοποιεί την πρώτη έξοδο
από την τάξη.
Σ’ αυτό το χώρο τα παιδιά βιώνουν μια νησίδα ελευθερίας έκφρασης
και δημιουργικότητας, συνεχίζοντας την περιέργεια τους και στις
αναδυόμενες αντικειμενοποιήσεις της έρευνάς τους.
Η δυνατότητα το μάθημα να γίνεται έξω από την τάξη
είναι ένα σημαντικό βήμα, με καθοριστικό τον ρόλο των ομάδων
και της αυτενέργειας.
Η δυνατότητα να μετατρέπουν τον χώρο εκτός τάξης, την κοινότητα
αυτή τη φορά, ως πηγή γνώσης, είναι ένα ακόμη κεφάλαιο στην δυνατότητα άσκησης αυτής της παιδαγωγικής.
Τα επαγγέλματα των ανθρώπων, για παράδειγμα, γίνονται μια τέτοια πηγή
γνώσης κι έτσι η αποσχολειοποίηση [deschooling], αρχιτεκτονική εν πολλοίς,
γίνεται η συλλογική δράση των παιδιών.
Η δυνατότητά τους επίσης να αλληλογραφήσουν είναι μια ακόμη τεχνική
καθώς απελευθερώνεται η σχέση τους με την κοινότητα
και συνομιλούν με άλλα σχολεία κι άλλους μαθητές.
Η τεχνική της βιβλιοθήκης, όπου καμαρώνουν για τα δικά τους βιβλία,
η τεχνική του τυπογραφείου για να φτιάξουν τα πρώτα τους
μικρά βιβλία ή εφημερίδες τοίχου, η τεχνική της αλληλογραφίας,
το σχολικό συμβούλιο για να αποφασίζουν τις καινούριες δράσεις,
ο σχολικός κήπος ή η φύση ως ένα εργαστήρι φυσικών επιστημών,
ανοιχτό και προσβάσιμο από τα παιδιά, είναι μερικές από τις
τεχνικές που παίρνουν μέρος σ’ αυτό το φιλμ με το χαριτωμένο όνομα
«Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται».

Τα παιδιά ονειρεύονται, είτε την ουτοπία ενός κόσμου δικού τους
με κύριο στοιχείο του την αγάπη, την αλληλεγγύη, τη σχέση τους
με τον δάσκαλο και την αλλαγή του κόσμου, είτε την αντιπαράθεση τους
με την πολιτική εξουσία που θα τους στερήσει τα όνειρα.
Αυτό είναι το στοιχείο της θεσμικής παιδαγωγικής που απελευθερώνεται
μέσα από την παιδαγωγική του Celesten Freinet.
Η σύγκρουση με την γονική αυθεντία ή την κοινότητα
είναι ένα μέρος αυτής της προβληματικής, η οποία καθορίζει τις
αποφάσεις του δασκάλου Freinet, για το αν θα συνεχίσει
και με ποιο τρόπο, το δύσκολο παιδαγωγικό έργο.
Αυτή η μορφή του δασκάλου αναπαρίσταται στο φιλμ ως το
ακριβές αντίθετο του σχολείου στον νεοφιλελευθερισμό.

Οι γενικές αρχές μιας ιστορικής δυνατότητας να μιλήσουμε για ένα
σχολείο του λαού, το οποίο να κινείται πέραν κι ακριβώς
στον αντίποδα του νεοφιλελευθερισμού και της κυριαρχίας της οικονομίας,
τον λειτουργικό αλφαβητισμό, το σύνολο των δεξιοτήτων κι όχι μόνο
τις γνωστικές, την είσοδο της πολιτικής στο σχολείο,
τους σχολικούς συνεταιρισμούς και τις ομάδες από την τάξη μέχρι
τη συλλογική δράση και τη μετάβαση στην κοινότητα.

Το να συνεχίζεις να δουλεύεις με την έξοδο των παιδιών
στη κοινότητα σημαίνει ότι αφήνεις τα παιδιά να ονειρεύονται.
Όλα αυτά όμως σημαίνουν επίσης δυσμενή σχόλια από τους γονείς
των παιδιών ή όπως θα λέγαμε με σημερινούς όρους,
ο δάσκαλος είναι «καλός» όταν το παιδί συμπληρώνει φωτοτυπίες
και κάνει αποκλειστικά τα μαθήματα της PISA και του νεοφιλελευθερισμού – δηλαδή γλώσσα, μαθηματικά και φυσική.

Ο κόσμος του παιδιού αυτός που προηγείται της επιστήμης
και αυτός που έπεται της κριτικής στην επιστήμη είναι στη
θέαση της συμμετοχικής παρατήρησης για την αυτό – ερμηνεία του υποκειμένου.
Η ρευστότητα της περιόδου, η αύξηση της ροής/ τομής και της κυκλοφορίας,
όπως θα μας έλεγαν και οι Deleuze και Guattari,
η επιστροφή της κίνησης στην ακινητοποιημένη εκπαίδευση, είναι η (διαρκής) ελπίδα μας.