Κοινοποιησεις

Απέφευγα πάντα το παράλογο το είχα ανάγκη κι έμενα μακριά από ό,τι μου ήταν ακαταλαβίστικο.

Κι εκεί που χάζευα μια μέρα του προηγούμενου αιώνα κι ήμουν δεκαέξι χρονών και καθόμουν σε μια μάντρα πάνω, όπως όλοι οι αλήτες του λόγου μου και περνούσε στρατιωτική παρέλαση από μπροστά μου τεθωρακισμένα γυαλισμένα κι οι στρατιώτες προχωρούσαν με βηματισμό, κοιτούσαν ευθεία και που και που φώναζαν, μάλλον έβριζαν τη Τουρκία χτυπώντας το ένα πόδι δυνατά και άρρωστα παθιασμένα στο δρόμο, κάποιος μού φώναξε ενοχλημένος και με ρωτούσε τι σκατά παριστάνω με το τσιγάρο στο χέρι.

Ήμουν το μόνο νεαρό αλητάκι εκεί.
Ήθελε να σβήσω το τελευταίο μου κάμελ και να πάω μαζί του να δω από κοντά όλη τη φάλαγγα καθώς περνούσε από μπροστά μου, ώσπου εξαφανίστηκε απ’ τα μάτια μου κι ο μπάρμπας νοικοκύρης, από το έργο.

Αφηγήθηκα το περιστατικό κι αυτό που βίωσα στο τότε κορίτσι μου, που κοιτάζοντάς με, μου είπε “Γιατί δεν υπηρετείς κι εσύ?” την κοίταξα, σηκώθηκα πήγα στη βιβλιοθήκη, διάλεξα ένα τετράδιο skag μπλε 50 σελίδων και κάθισα στο γραφείο μου.
Άρχισα να διαβάζω  ποιήματα του Τζίμ Μόρισον, που είχα μεταφράσει με τη βοήθεια του λεξικού.
Ήταν υπερβολικά δυσνόητα για το κορίτσι αυτό, εκείνη την εποχή.

Κάποτε ένας φίλος, παλιός συμμαθητής, οδηγούσε αστικό λεωφορείο τόσες ώρες και τόσο προσεκτικά με τα τόσα σταμάτα- ξεκίνα, που το δεξί του πόδι ήταν γκάζι, φρένο, η μια στάση μετά την άλλη, οκτάωρα και βάλε… για λίγα χρήματα κι όχι μαύρα.

Πήγαινε σε μονόδρομους, στα χειρότερα περάσματα της πόλης, στενά που ίσα που περνούσε, μες το καταμεσήμερο ή τα μεσάνυχτα  έτρεχε σα τρελλός ανάμμεσα στα ψηλά κτίρια, πάντα με τη μπόχα από κάτι σάπιο ή έτοιμο όπου να΄ ναι να ψοφήσει κατά την αποβίβαση στην επόμενη στάση, που κατεβαίνοντας έβγαζε σ΄ έναν δρόμο μεγάλο και φωτισμένο όπου μαζεμένες κάτω από γυμνά φώτα γυναίκες, έσκυβαν με χάρη πάνω από τα αυτοκίνητα αιχμάλωτες- ζωντανές στην αλυσίδα παραγωγής κι αυτός μετέφερε τους ανθρώπους..

Στο στρατό χρωστούσε το πτυχίο ικανότητας οδηγού πέμπτης κατηγορίας και σ’ έναν χοντρό με μουστάκι άνδρα -με διακριτικά κολλημένα πάνω του- και με βαθμό, δε θυμάμαι, αξιωματικού, αυτός υπέγραφε σκίζοντας με ύφος το φτηνό χαρτί με το bic στυλό του, τού έδινε άδεια – έξοδο να ζήσει μέχρι τις δώδεκα το βράδυ, αυτό θα πει εξουσία, αυτό θα πει Ελληνικός στρατός.
Του΄ ρχόταν να σκοτώσει τον αξιωματικό επί τόπου αλλά σκότωνε τη σκέψη του και έφευγε..
Θυμόταν πάλι την ποίηση του Μόρισον που είχαμε μεταφράσει μαζί και περπατώντας, πέρασε την πύλη δώδεκα παρά ένα.
Περνώντας είχε την αίσθηση πως έζεχνε κάτουρο, ασφυκτιούσε και τον σταύρωναν..

Η στρατιωτική θητεία στην καθημερινότητά της, του ξερίζωνε τα σπλάχνα και του έκαιγε τα εγκεφαλικά κύτταρα, τη θέληση, το πνεύμα, τον ξεζούμιζε και τον πέταξε στα αζήτητα.

Ο στρατός θρέφει τον καπιταλισμό, η ηθική του στρατού, η ηθική που προστάζει ο προτεσταντισμός, το κίνητρο του κέρδους για την ιδιοκτησία και η δημοκρατία τους… είναι διαταγή.

Η ανάμνηση όλων όσων έλεγε ο πατέρας του “Δούλεψε σκληρά, δείξε υπάκουος και θα σ΄ εκτιμήσουν” αλλά, βέβαια υπό τον όρο να είσαι παραγωγικός και υπηρέτης περισσότερο από όσο σε πληρώνουν.

Βγήκε από το στενό δρομάκι και ξαναβρέθηκε στον ήλιο, στο κυκλοφοριακό έμφραγμα παρατηρούσε στη διαδρομή μέχρι την επόμενη στάση τα ωραιότερα πόδια που περνούσαν κι από μέσα του βαθμολογούσε.
Για να γλυτώνει χρόνο, είχε στο μυαλό του όλες τις ατάκες πεσίματος ενώ δεν ήξερε κανένα άλλο κόλπο κι αν σκεφτόταν όλες τις στάσεις που είχε το πρόγραμμα της ημέρας, θα οδηγούταν στην τρέλλα.
Μία, μία ή μία μετά την άλλη μπαινόβγαιναν στα σεντόνια του και στο αστικό του ανάμεσα σε άλλους οδηγούς που οδηγούσαν για να βγάλουν το ψωμί τους, χωρίς καμμία αίσθηση του κινδύνου, της πραγματικότητας, της ροής του χρόνου ή της ανθρωπιάς.
Ένοιωθε την απόγνωση που έβγαζαν οι κινητήρες τους, η ζωή τους, το ίδιο απελπισμένη και βαρετή με τη δική του, ν’ ανοίγει δρόμο αναμεσά τους στο δρόμο μέχρι να ξανασταματήσει στην επόμενη στάση, να διασχίζει την μποτιλιαρισμένη Ακαδημίας του 20ου αιώνα, να βρομωκοπά,  να θέλει να συμφιλιωθεί με την παράνοια, δεν έχει χρόνο για ένα τσιγαράκι, δεν έχει χρόνο για καφέ είναι στο δρομολόγιο Πανεπιστήμιο – Πειραιάς με αρ.040 κι είναι καινούριος στη δουλειά με πτυχίο στην οδήγηση και μητρώο καθαρό.

Τώρα κάποιος άλλος χοντρός με μουστάκι υπογράφει γι’ αυτόν “Δώστε στο νέο το πιο σπασαρχίδικο δρομολόγιο να δούμε αν μπορεί να καταπιεί την ποινή.

Οδηγούσε και κοιτούσε το φανάρι, το πορτοκαλί φλέρταρε με το κόκκινο, ίχνος μπάτσοι το σανίδωσε ανάβοντας ένα μισοσβησμένο στριφτό τσιγάρο με το ένα χέρι από ένα ταλαιπωρημένο σπιρτόκουτο.

“Βρε να πάει να γαμηθεί ο χοντρός κι ο κόσμος τους όλος” είπε.

Βρήκα τυχαία μια νύχτα τον Στράτο σε μια ροκ συναυλία στην Αθήνα.
Σήμερα η μπάντα που θα εμφανιζόταν ήταν σπουδαία και τώρα κοιτούσαμε τους μουσικούς να παίζουν δείχνοντας περισσότερο να το φχαριστιούνται ενώ μπροστά μου ένα ζευγάρι φιλιόταν δείχνοντας να το απολαμβάνουν κι αυτοί, πιο δίπλα δύο άντρες καμάκια με τα ποτά στα χέρια έκοβαν κίνηση και κουβέντιαζαν γράφοντας στα παπάρια τους κανονικά τους μουσικούς που πάλευαν όπως όλοι για την ίδια τους την ύπαρξη, την επιβίωσή τους.

Σκεπτόμενος την περίπτωση του Γιώργου Λίλλη –  (όχι χωρίς) τίμημα  – Αρνητή στράτευσης – 2 χρόνια φυλακή..

Νοιώθω θλίψη, για όλους τους ανθρώπους που βασανίζονται σ΄ αυτόν τον κόσμο πασχίζοντας για τις ιδέες τους να πληρώσουν το νοίκι στην ώρα τους, να εξασφαλίσουν φαγητό και να κοιμηθούν σαν άνθρωποι κι αν τα καταφέρουν να πεθάνουν με αξιοπρέπεια και δεν σταματάει αυτό μέχρι να φύγουν από ΄δω.

Τι παράνοια, τι τσίρκο, τι φάρσα από τους Ρωμαίους μέχρι τους Χριστιανούς κι από ΄κεί μέχρι εδώ, τώρα, σήμερα ο ένας άνθρωπος να εξοντώνει τον άλλο και το πόπολο πάντα ζητωκραυγάζει.
Ακόμα και οι χοντράνθρωποι της εξουσίας φαίνονται τώρα ξαναμμένοι.

Λίγα μέτρα πριν μπω στο POLIS ART CAFE , ακούγονται συρήνες περιπολικών, κάπου μακριά ο αγώνας της ζωής συνεχίζεται..

Είμαι σκεπτικός και νοιώθω προβληματισμένος με τους ανθρώπους και τα πράγματα, με την κατάσταση των πραγμάτων.
Πιέζω τον εαυτό μου να πάψει να σκέφτεται.
Ανάβω τσιγάρο, μέσα μου μπερδεύονται συναισθήματα, ακατανόητα.

Μερικά ερωτήματα δεν έχουν απαντήσεις.

Ο Γιώργος Λίλλης θα βρισκόταν στο πλάνο μας σε λίγο με την Πελαγία Φυτοπούλου, την Είρήνη Πανούση ο ηθοποιός Μίλτος Δημουλής και ο μουσικός Θοδωρής Ταχτσίδης μαζί και με τα άλλα παιδιά που συμμετείχαν αθέατοι.

Να, σήμερα είμασταν εδώ για ν’ ακούσουμε ποίηση, το σκοπό και τη μουσική της.

Αλλά και το Γιώργο Λίλλη.

Τι διάολο, κάτι είναι κι αυτό έστω μέσα στο απόλυτο τίποτα.

Η ζωή είναι γεμάτη θαύματα.
Χαρισάμενα.
Στη στρατόσφαιρα οι φθονεροί θεοί μοιράζουν τα χαρτιά.

Eνώ η μαύρη μπλούζα ανεμίζει ακόμα ζωντανή πάνω στο τεντωμένο άσπρο σχοινί

στον αληθινά γνήσιο παράδεισο – στο μπαλκόνι – στους 5 βαθμούς κελσίου.

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ – Εκδόσεις Θράκα – “Ο άνθρωπος τανκ” του Γιώργου Λίλλη

ω

Προηγούμενο άρθροΜπλε ματωμένο φεγγάρι
Επόμενο άρθροΠΡΟΤΑΣΗ | Arctic Monkeys
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Μένει στα Εξάρχεια. Ζει στον πλανήτη του. Βλέπει φωτογραφικά (κυρίως ασπρόμαυρα) Γνωρίστηκε με τη φωτογραφία τον προηγούμενο αιώνα. Αγαπά τον Φρίντριχ Νίτσε για το "Η αισθητική είναι ανώτερη της ηθικής". Αγαπά τη λέξη ελευθερία και το ασπρόμαυρο πορτραίτο. Τα καρέ του Ντίνου Διαμαντόπουλου και τον Helmut Newton, εμμονικά. Συμφωνεί πώς ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα, εκτός από το ουίσκι. Κι ότι κανείς δεν μπορεί να ξεγελάσει το θάνατο, παρά μόνο η ζωή. Είναι πεπεισμένος πώς η ζωή του είναι βασισμένη σε πραγματική ιστορία και πώς ο γιαλός είναι στραβός.