Κοινοποιησεις

Γνώρισα ένα ροζ κορίτσι που υπήρξε κάποτε ένα γαλάζιο αγόρι. Της έπιασα το χέρι και βαδίσαμε παρέα για δέκα αιώνες σε μια επίγεια κόλαση. Μας θυμάμαι σε μια παραλία να μαζεύουμε κοχύλια για να στολίζουμε τα μαλλιά μας και γυαλιά για να κόβουμε τις φλέβες του αύριο. Μας θυμάμαι στη γη της Αμυγδαλόεσσας, σε ένα βράχο, εκείνη να φοράει ένα λουλουδάτο πουκάμισο που μύριζε μπύρα και ξένο ιδρώτα κι εγώ να φοράω τον τρόμο, την θυμάμαι να τρέχει πανικόβλητη κι εγώ να την κυνηγάω κρατώντας στο ένα μου χέρι τη ζωή και στο άλλο μου χέρι τον θάνατο. Μας θυμάμαι να πετάμε στην θάλασσα κατάρες, αναλόγια και καμμένα τετράδια για να λύσουμε γητειές και ξόρκια. Μας θυμάμαι σε μια τεράστια ψυχρή αίθουσα δικαστηρίου γεμάτη κάμερες και μικρόφωνα. Εγώ να μιλάω με το στόμα της ώρα πολύ κι εκείνη να κοιτάει επίμονα τον τοίχο αριστερά της. Ποτέ δεν έμαθα τι υπήρχε εκεί. Θυμάμαι να γίνομαι ο τόνος στο νέο της όνομα. Μας θυμάμαι σε έναν πόλεμο άνισο, εγώ να στέκομαι άσπιλη και απροστάτευτη απέναντι της, με δίχως ασπίδα κρατώντας ένα ονειροπίστολο μόνο στο χέρι μου κι εκείνη μανιωδώς να με πυροβολεί ασταμάτητα με όσα όπλα είχε διαθέσιμα. Πολλές σφαίρες μου τρύπησαν τη ψυχή, κάποιες πέρασαν και δίπλα από την καρδιά μου όμως δεν έπεσα. Κι έπειτα δε μας θυμάμαι… Τίποτα δε θυμάμαι διότι το έπειτα δεν ήρθε ποτέ.