Κοινοποιησεις
Άρχισα να γράφω από 8 ετών.
Αφορμή ήταν τα γενέθλια
της αδερφής μου.
Νόμισα πως
θα ήταν το καλύτερο
που θα είχα να της χαρίσω.
Από τότε άρχισα να γράφω.
Συμμαθητής μου ήταν
ο γιος του Παύλου Νιρβάνα.
Πήρε τα γραπτά μου,
τα έδειξε στον πατέρα του.
Εκείνος
με κάλεσε και με γνώρισε.
Ήταν εξαίρετος άνθρωπος.
Με βοήθησε και με καθοδήγησε.
Μου είπε να συνεχίσω να γράφω.
Ήμουν τότε δεκαέξι χρονών.
Ο πατέρας μου ήταν τροφοδότης
σε επιβατικά. Με έπαιρνε μαζί του.
Γνώρισα πολλά μέρη
και αγάπησα τη θάλασσα.
Όταν νύχτωνε και σφύριζαν
τα καράβια μ’ έπιανε λύσσα.
18 ετών μπήκα σ’ ένα ναυτικό
γραφείο στον Πειραιά, γιομάτο
αφίσες και χάρτες γεωγραφικούς.
Τι μ’ έσπρωξε στη θάλασσα;
Η μυρωδιά από τις
βαλίτσες των ναυτικών.
Τα δώρα που έφερναν
οι συγγενείς μου από τα ξένα.
Η μυρωδιά των καραβιών
που κάνει τους επιβάτες
να ζαλίζονται
και να περιμένουν την ώρα
που θα φτάσουν στο λιμάνι
σα λύτρωση.
Οι ναυτικοί μοιάζουν
με τους καλόγερους.
Για πολύ καιρό
είναι κλεισμένοι στο καράβι
σαν ασκητές.
Όταν βγαίνουν έξω
δεν κάνουν διακρίσεις.
Ζουν τη ζωή όπως τη βρουν.
Δεν υπάρχει λιμάνι, ούτε γυναίκα
που να μην την αγάπησα,
και νιώθω ευγνωμοσύνη
για όσες ήρθαν μαζί μου.
Πολλές ήρθαν γιατί
τις κολάκευε η συντροφιά μου,
άλλες για να δοκιμάσουν
κάτι παραπάνω απ’ όσα έγραφα,
κάποιες επειδή πλήττανε
και μερικές τυχαία.
Δεν έκανα τίποτε περισσότερο
από το να περιγράφω απλά,
μερικά πράγματα που μου
είχαν συμβεί στα ταξίδια μου.
Μου έλαχε να ζήσω τα όσα έζησα
και να τα κάνω ποίηση.
Είμαι στοχαστής.
Δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής
βάζει κάτω τη φαντασία,
στύβει το μυαλό και γράφει.
Είναι επαγγελματίας.
Νομίζει πως έχει χρέος
να συντηρήσει όνομα και φήμη.
Εγώ βλέπω, ζω,
αγκομαχώ το χρόνο.
Ανάμεσα σε κρεβάτια,
σε καμπαρέ, σε τυφώνες.
Οι στίχοι μου είναι
λόγια, ιστορίες, ζωή ατόφια.
Έχω μια γοργόνα
ζωγραφισμένη στο δεξί μου χέρι.
Είναι μια περίεργη συντροφιά.
Έβαλαν και μου τη χάραξαν το ’34.
Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου
ότι η γοργόνα έφυγε από τη θέση της.
Με κυριεύει τότε ένας πανικός.
Ύστερα, όμως, όταν ανάβω το φως
και τη βλέπω στη θέση της, ησυχάζω.
Αφού είναι η γοργόνα εκεί,
όλα πάνε καλά. Σβήνω το φως,
και ξανακοιμάμαι
.

(Απόσπασμα από το βιβλίο: Νίκος Καββαδίας Ο ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ)