Κοινοποιησεις

Το βέβαιο είναι πως γύριζα από τόνα μέρος στο άλλο,
Πολλές φορές έπεφτα πάνω στα δέντρα,
Σκόνταφτα πάνω στους ζητιάνους,
Άνοιγα δρόμο μέσα από ένα δάσος από καρέκλες
και τραπέζια,
Με την ψυχή στο στόμα κοίταζα τα μεγάλα
φύλλα που έπεφταν

Τίποτε όμως δε φελούσε,
Όλο και βούλιαζα σε μιαν ουσία σα ζελατίνα·
Ο κόσμος γελούσε με τα καμώματα μου,
Οι άνθρωποι κουνιόντουσαν μέσα στις πολυθρόνες τους
σαν φύκια που τα κουνάει το κύμα

Κι οι γυναίκες με κοίταζαν με μίσος
Κάνοντας με να σηκώνουμαι, κάνοντας με να πέφτω,
Κάνοντας με να κλαίω και να γελάω χωρίς να θέλω.

Όλ’ αυτά μου έφερναν ναυτία,
Αποτέλεσμα: μια καταιγίδα από ακατάληπτες φράσεις,
Απειλές, προσβολές, βρισιές ανώφελες,
Επίσης κάτι εξουθενωτικά κουνήματα ποδιών,
Εκείνοι οι νεκρικοί χοροί
που μου’κόβαν την ανάσα
Και δε μ’ άφηναν να σηκώσω κεφάλι για μέρες,
Για νύχτες.

Γύριζα από τόνα μέρος στο άλλο, αυτό είν’ αλήθεια,
Η ψυχή μου πλανιόταν μες στις στράτες
Γυρεύοντας βοήθεια, ζητώντας λίγη τρυφερότητα·
Μ’ ένα φύλλο χαρτί κι ένα μολύβι έμπαινα στα νεκροταφεία
Αποφασισμένος να μην αφήσω να με κοροϊδέψουν.

Έφερνα βόλτες και βόλτες γύρω απ’ την ίδια υπόθεση,
Παρατηρούσα από κοντά τα πράματα
Ή σ΄ένα ξέσπασμα θυμού τραβούσα τα μαλλιά μου.
Σ’ αυτή την κατάσταση άρχισα τη διδακτική σταδιοδρομία μου,
Σα λαβωμένος από σφαίρα σερνόμουνα στις διαλέξεις,
Πέρασα το κατώφλι ιδιωτικών κατοικιών,
Με την κόψη της γλώσσας προσπάθησα να επικοινωνήσω
με τους ακροατές:

Εκείνοι διάβαζαν εφημερίδα
Ή χάνονταν πίσω από ένα ταξί.
Πού να πάω λοιπόν!
Εκείνες τις ώρες η αγορά ήτανε κλειστή·
Εγώ σκεφτόμουνα ένα κομμάτι κρεμμύδι που είχα δει στο δείπνο
Και την άβυσσο που μας χωρίζει από τις άλλες αβύσσους.

(Από τη συλλογή: Ποιήματα και Αντιποιήματα | Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος |
Εκδόσεις: Εκάτη 2002)