Κοινοποιησεις

Σάββατο, επτά του Νοέμβρη, ημέρα πρώτη, γραφή πρώτη..

Έρημη πόλη.

Νοέμβρης πάλι μόνοι πάλι
στην έρημη πόλη

κι η θάλασσα φουσκώνει.

Εκείνη η αμείλικτη παλίρροια
ανεβάζει τα νερά στα μάτια

και δεν υπάρχει μια παλάμη
ν΄απαλύνει το μάγουλο.

Σε κάποιο δρόμο αλλιώτικο άλλοτε
ένα ζευγάρι
περπατούσε σφιχταγκαλιασμένο.
Χάραξε
τα ονόματά τους στο δέντρο
τόσο βαθιά που το μάτωσε.

Να ΄ναι ακόμα χαραγμένα
τα ονόματα;
Να υπάρχει το δέντρο;

Ω, ας με κατακλύσει το νερό

ήρθε η στιγμή
να παραδώσω την Αλίκη
στη χώρα των τραυμάτων
να της επιτρέψω να διασχίσει
αυτό το δάσος
με τα πληγωμένα δέντρα

βουίζει ο θάνατος
αλλά δεν είναι αυτός
που τα λυγίζει

αμέτρητα δέντρα
αμέτρητα χρόνια
αμέτρητες ζωές αδικαίωτες.

Ας μας κατακλύσουν τα νερά
ας μας θρυμματίσουν

Ο καθένας στην έρημη πόλη του
ικετεύει το έλεος
ν΄αγκαλιάσει την έλλειψη

με τη στοργή της μάνας

-γέμισέ με
-ταξίδεψέ με

-νανούρισέ μου τη μνήμη
το μαχαίρι της τύλιξε
στο μετάξι του ονείρου

δεν έχω άλλο τίποτα

με τα θρύψαλά μου προσάναμμα

στη φωτιά να τα καίει

-ζέστανέ με.