Κοινοποιησεις
Και το κουδούνι χτύπησε της πόρτας όταν τρώγαμε
ήμαστε εγώ η γυναίκα μου και τα παιδιά μας όλα
πήγα ν’ανοίξω-βιαστικός με την μπουκιά στο στόμα
 
Κατέβηκα και στάθηκα στις σκάλες για να δω
μήπως κανένας άνθρωπος με γύρευε από κάτω
και δεν τολμούσε ν’ ανεβεί γιατί ντρεπόταν
 
Μα δεν είδα ούτε εκείνα τα γνωστά παλιόπαιδα
που συνηθίζουνε γι’ αστείο να χτυπάν τις πόρτες
προτού να φύγουν τρέχοντας και να χαθούν στο δρόμο
 
Πίσω απ’ τα τζάμια κοίταξα και πίσω απ’ τις κουρτίνες
και πίσω απ’ τις εξώπορτες και πίσω από τους στύλους
να δω μην ήτανε κανείς-για χωρατό κρυμμένος
 
Παντού μπροστά μου απλώνονταν μια ερημιά από σπίτια
μια πολιτεία παμμέγιστη και εντελώς αθόρυβη
χωρίς κίνηση καμιά σ’ όλες τις λεωφόρους-
 
Ήταν κλειστά τα μαγαζιά τα ζαχαροπλαστεία
πολλές πολλές πατημασιές αλλά χωρίς διαβάτες
κι ακρογιαλιές μα πουθενά κανένας δεν λουζόταν
 
Ώστε ο κόσμος άδειασε σκέφτηκα μ’ανακούφιση
και γύρισα στο σπίτι μου και χτύπησα την πόρτα
αλλά κανείς δεν άνοιξε-κανείς δεν ήταν μέσα
 
Πίστεψα πως ασφαλώς θα το καναν επίτηδες
μπαίνοντας γύρεψα παντού έψαξα τα ντουλάπια
μήπως και κάπου κρύφτηκαν για να τρομάξω
 
Αλλά κανείς δεν ήτανε-παράξενο-κανένας
στο σπίτι όπου τρώγαμε-δεν πάει πολύς καιρός
εγώ με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μας όλα…
.

(Από τη συλλογή: “Ποιήματα ΙΙ” | Εκδόσεις Ύψιλον)