Κοινοποιησεις
 
 
Δίπλα στον κυματοθραύστη ίσως να συναντηθήκαν
Αλλά δεν ήξεραν σχεδόν τίποτα ο ένας για τον άλλον
 
Και δίχως να το καταλάβουν άρχισαν να κουβεντιάζουν
 
Ο χαρακτήρας του έμοιαζε με τον διακόπτη
Όπως μοιάζουν δυο τηλεγραφόξυλα
Και δυο δωμάτια πολυκατοικίας –
Τον είχε δει – μέσα στο νου της πριν τον δει στα μάτια
Τον είχε ακολουθήσει με το νου της πριν βρεθούν
Ο ένας μπροστά στον άλλον ανεπάντεχα
 
Μια νύχτα που ονειρεύονταν πως περπατούσε μόνη της
Σ’ ένα δρόμο με σβησμένα φώτα
Σε μια χώρα εμπόλεμη κι όμως ειρηνική –
Και σε μιαν αφρισμένη ακρογιαλιά επιτέλους
Όπου αλληλοειδωθήκανε γνωρίστηκαν
Αλλά αυτή δεν ήθελε επουδενί αυτό που εκείνος ήθελε
Όχι –του είπε σταθερά- με μάτια που ικετεύανε
Όχι –μην τυχόν μας δούνε από κει-
Κι έδειξε την απέναντι ανύπαρκτη στεριά
 
Και ποιος θα μας δει από τη θάλασσα αν δεν θελήσεις
Αφού μες το όνειρό σου βρίσκομαι ετούτη τη στιγμή
Κι ό,τι θέλεις γίνεται αν το ποθήσεις
 
Κείνο ακριβώς ποθώ, του λέει, που λέω πως θέλω
Θέλω να μη με δούνε κάνοντας αυτό που θέλεις
Θέλω να κάνουμε μαζί εκείνο που δεν θέλεις
 
Και μέσα της γεννήθηκε ένας βράχος
Και μέσα του γεννήθηκε ένα πλοίο
Και πάνω στης απορίας της το βράχο έπεσε ένα πλοίο
 
Και μες το πλοίο βρισκόμασταν εμείς οι δυο
Κι ήταν εκείνη μες την αγκαλιά μου
Κι εγώ στην αγκαλιά μιας διπλανής μου.
 
Κι ήμασταν όλοι στο μυαλό ενός άλλου
Κι όλοι ελπίζαμε να βγούμε από του αλλουνού τη σκέψη
Με ό,τι ο καθένας πρόλαβε να δρέψει…
 
Κι έτσι μείναμε εκεί που ήμασταν όπως οι πέτρες
_Με συνεννόηση καμιά ανάμεσά μας
Παρ’ όλα τα σήματα κινδύνου που όλο στέλναμε
 
Αδύνατο να ξέρεις ποιος με ποιαν και πού και πώς και τι
Συμπλέγματα έκαναν ή δεν έκαναν όταν εκείνο που έκαναν
Γινόταν όπως λιώνει η ζάχαρη στο τσάι ή το κερί στη φλόγα
 
Ώστε το όνομα του ενός να γίνει στου αλλουνού το αυτί
Ένα κλειδί στην κλειδαρότρυπα
Και του τελευταίου η εμφάνιση μια σαπουνόφουσκα
 
Και πριν να φτάσει το πλοίο –ή εμείς- στον προορισμό του
Χίλιες και μια φορές πήρε του ενός τη θέση ο άλλος
Για κάθε ενδεχόμενο και για ν’ αποφύγουν
 
Μια σύγχυση προθέσεων που θα ’ταν νέα απόλαυση
Με τη μορφή παγόβουνου με νυχτικό σε σκοτεινό κρεβάτι
Που μόλις το είδαν ήξεραν πως θα πεθάνουν
 
Όλες οι αναμνήσεις τους η μία μετά την άλλη
Θύματα μιας απόφασης που πήρανε πριν από χρόνια
Ο ένας στου αλλουνού τ’ αυτί να πει κρυφά ποιος ήταν
 
Η έκπληξη ήταν μεγάλη και λίγο έλειψε να σκάσουνε στα γέλια
Γιατί οι μεν γνωρίζονταν από παιδιά
Κι οι άλλοι ήταν συγγενείς τρίτου βαθμού από παλιά
 
Κι έτσι τα πράγματα πήραν εντελώς άλλη τροπή
Κι οι μεν –παραδέχτηκαν πως ήταν στραβά όσα είπανε
Κι οι δε –μετάνιωσαν πικρά για την ορθότητά τους
 
Μα δυστυχώς βιαζόταν ο καιρός να κλείσει
Το κεφάλαιο τούτο της απίθανης ζωής τους
Κι ό,τι να κάνουν έλεγαν: είμαστε πάτσι
 
Κι έγιναν πράματα ασαφή και μπερδεμένα και κακά
Τόσο που μείνανε κοιτώντας σα χαμένοι –
Τα δάχτυλά τους όπως τα πλήκτρα τα νεκρά ενός πιάνου
 
Κι όμως είχαν δίκιο όσο κι άδικο
Εκεί που ο ένας έβλεπε μια φάλαινα ο άλλος
Έβλεπε σύννεφα που καβαλούσαν άλογα
 
Κι όπου θωρούσε ο ένας κάτι ευχάριστο
Ο άλλος άφηνε να εννοηθεί κάτι δυσάρεστο
Και πως δεν ήταν πράματα αυτά και μη χειρότερα
 
Ώσπου στο τέλος πια κανείς δεν ήξερε με ποιον
Να συμφωνήσει – γιατί όπως σ’ έναν αγώνα πυγμαχίας
Το κάθε χτύπημα του ενός ο άλλος το ανταπέδιδε
 
Κι ήταν οι δυο τους σαν τη θάλασσα και τ’ ακρογιάλι
Σαν το θερίο μες στου κλουβιού τα κάγκελα
Όπως μια δύναμη ακατανίκητη εμπρός σ’ εμπόδιο ακατάλυτο
 
Κι όταν ο ένας έλεγε «εντός» ο άλλος έλεγε «έξω»
Κι όταν έλεγαν κι οι δυο «εκτός» ή «μέσα»
Το ’λεγαν με δικό τους τρόπο αμίμητο ο καθένας
 
Κι έτσι ο ένας ήταν το κενό το ατελείωτο
Όπου σαν αντικείμενο έπεφτε εντός του ο άλλος
Χωρίς ποτέ να σταματάει το πέσιμό του

.
(Από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ – 2 | 1965-1974 |
Εκδόσεις: Ύψιλον)